Ένα υψηλόβαθμο στέλεχος ασφαλείας της OpenAI παραιτήθηκε από την εταιρεία, προειδοποιώντας ότι η κουλτούρα της είναι «διαλυμένη» και ότι οι εταιρείες Τεχνητής Νοημοσύνης δεν είναι «αρκετά προσεκτικές» κατά την ανάπτυξη της τεχνολογίας.
Όπως αναφέρει ο Guardian, ο Ντέιβιντ Ρόμπινσον, ο οποίος είχε ηγηθεί της σύνταξης των εκθέσεων ασφαλείας που συνόδευαν τις κυκλοφορίες προϊόντων της εταιρείας που ανέπτυξε το ChatGPT, εξήγησε τους λόγους της παραίτησής του σε δοκίμιο με τίτλο «Εγκατέλειψα την OpenAI επειδή η κουλτούρα της είναι διαλυμένη».
Όπως υποστήριξε, οι κορυφαίες εταιρείες Τεχνητής Νοημοσύνης χρειάζονται βαθιά αλλαγή κουλτούρας. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, σε περιστατικά όπως η δράση ενός «σμήνους» πρακτόρων της OpenAI, δηλαδή αυτόνομων προγραμμάτων Τεχνητής Νοημοσύνης, που επιτέθηκαν στη νεοφυή εταιρεία Hugging Face. Κατά τον ίδιο, τέτοια γεγονότα είναι ενδεικτικά του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο κλάδος, με μεγάλη ταχύτητα και ευελιξία.
Γράφοντας στο Atlantic, δήλωσε ότι συμφωνεί με πρώην εργαζομένους που θεωρούν πως οι εταιρείες του κλάδου δεν είναι αρκετά προσεκτικές. Τόνισε, ωστόσο, ότι το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται μόνο με νέους κανόνες ή νόμους, αλλά απαιτεί ουσιαστική συζήτηση για την εταιρική κουλτούρα.
Αναφερόμενος στον γρήγορο ρυθμό ανάπτυξης της OpenAI, σημείωσε ότι η εταιρεία μετακινείται συνεχώς από τη μία κυκλοφορία προϊόντος στην επόμενη, χωρίς να επιτυγχάνει, κατά την άποψή του, το επίπεδο προσοχής που απαιτείται.
Τις τελευταίες εβδομάδες, πάντως, η OpenAI έχει λάβει ορισμένα μέτρα. Μετά το περιστατικό με τη Hugging Face και την ενημέρωση περισσότερων από 100 οργανισμών για δραστηριότητα κακόβουλων πρακτόρων, ανακοίνωσε ότι ακυρώνει την κυκλοφορία μοντέλου νέας γενιάς, καθώς ερευνητές εξέφρασαν ανησυχίες για την ασφάλειά του. Παράλληλα, έχει διακόψει την εκπαίδευση ορισμένων προηγμένων μοντέλων.
Προειδοποίηση εξέδωσε και ο Geoffrey Irving, πρώην εργαζόμενος της OpenAI και πρώην επικεφαλής επιστήμονας στο βρετανικό Ινστιτούτο Ασφάλειας Τεχνητής Νοημοσύνης. Σε άρθρο του στο Time υποστήριξε ότι υπάρχει περίπου 50% πιθανότητα η ανάπτυξη υπερανθρώπινων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης να οδηγήσει σε καταστροφικό αποτέλεσμα για την ανθρωπότητα.
Παρόμοιες ανησυχίες έχουν εκφραστεί και στην Anthropic. Ο ερευνητής Jacob Coxon παραιτήθηκε τον προηγούμενο μήνα, δηλώνοντας ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να αποτελέσει υπαρξιακή απειλή μέσα στη δεκαετία. Επικριτές τέτοιων εκτιμήσεων υποστηρίζουν, αντίθετα, ότι πρόκειται για προβλέψεις που δεν μπορούν να επαληθευτούν επιστημονικά με αξιόπιστο τρόπο ή να διαψευστούν.
Ο Ρόμπινσον ζήτησε οι εταιρείες Τεχνητής Νοημοσύνης να αξιοποιούν εμπειρία από τομείς υψηλού κινδύνου, όπως η πυρηνική ενέργεια και η αεροπορία, και να αναπτύξουν νέες μεθόδους ελέγχου αυτόνομων συστημάτων.
-
Το ρίσκο των ελληνικών τραπεζών
-
Έρχονται δύσκολες μέρες
-
Σαν παλαιοημερολογίτες
-
Μπορεί να αντέξει η κυβέρνηση μέχρι την άνοιξη;
-
Ντόμινο στις Βρυξέλλες από την επιστολή Μητσοτάκη
-
Γαλλία: Liberté et misère (ελευθερία και μιζέρια)
Ημεγάλη τραπεζική εξυγίανση της τελευταίας δεκαετίας πέτυχε τον βασικό της στόχο. Τα κόκκινα δάνεια μειώθηκαν δραστικά, οι ισολογισμοί καθάρισαν, η κερδοφορία επέστρεψε και οι ελληνικές τράπεζες ξαναμπήκαν στον χάρτη της ευρωπαϊκής επενδυτικής βαθμίδας. Τώρα όμως ο οίκος S&P Global Ratings στρέφει το βλέμμα του σε έναν διαφορετικό κίνδυνο, που έχει περάσει σχεδόν ανενόχλητος από το μικροσκόπιο των επενδυτών.
Δεν έχει να κάνει μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Αλλά με τη συγκέντρωση των νέων δανείων σε μεγάλες επιχειρήσεις και κυρίως στις ίδιες μεγάλες επιχειρήσεις.
Η παρατήρηση έχει ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή αφορά ένα τραπεζικό σύστημα που έχει περάσει ήδη από μια πρωτοφανή και επώδυνη διαδικασία εκκαθάρισης. Σύμφωνα με την ανάλυση του S&P, οι 20 μεγαλύτεροι δανειολήπτες καθεμιάς από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες αντιστοιχούν στο 12%-18% των συνολικών δανείων. Μετά τα μέτρα υπολογισμού του πιστωτικού κινδύνου, οι συγκεκριμένες εκθέσεις αντιστοιχούν στο 97%-144% των προσαρμοσμένων κεφαλαίων των τραπεζών.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό ζήτημα. Ότι οι μεγάλοι δανειολήπτες δεν είναι διαφορετικοί σε κάθε τράπεζα. Υπάρχει σημαντικότατος βαθμός επικάλυψης. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση εκδήλωσης ενός σοβαρού πιστωτικού γεγονότος σε έναν μεγάλο εταιρικό όμιλο και αδυναμίας εξυπηρέτησης των δανείων, το πρόβλημα δεν θα αφορούσε απαραίτητα μόνο μία τράπεζα. Και στην περίπτωση το πρόβλημα αφορούσε περισσότερους από έναν μεγάλους δανειολήπτες, τότε θα μπορούσε να μετατραπεί σε έναν σοκ κοινό, για ολόκληρο το «συστημικό» τραπεζικό κλάδο.
Μετά την εξυγίανση, τι;
Η εικόνα αυτή δεν είναι άσχετη με τον τρόπο με τον οποίο εκκαθάρισαν οι ελληνικές τράπεζες τους ισολογισμούς τους. Οι πωλήσεις και τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων την περίοδο 2018-2024 αφαίρεσαν τεράστιους όγκους προβληματικών δανείων, σημαντικό μέρος των οποίων αφορούσε νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Σαν αποτέλεσμα, μεταβλήθηκε η σύνθεση των ενεργών τραπεζικών δανείων. Οπότε αυξήθηκε υπέρμετρα το ειδικό βάρος των μεγάλων εταιρικών χορηγήσεων μέσα στα τραπεζικά δανειακά χαρτοφυλάκια.
Σήμερα, τα δάνεια προς τις μεγάλες επιχειρήσεις αντιστοιχούν στο 42,7% των δανείων προς τον ιδιωτικό τομέα στην Ελλάδα, έναντι μόλις 28,5% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και οι τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες βρίσκονται μεταξύ των ευρωπαϊκών τραπεζών με την υψηλότερη συγκέντρωση σε μεγάλους εταιρικούς πελάτες.
Με άλλα λόγια, η επιτυχία της εξυγίανσης έχει δημιουργήσει ένα νέο ερώτημα. Προς τα πού θα κατευθυνθεί η επόμενη γενιά τραπεζικής πιστωτικής επέκτασης; Διότι άλλο είναι ένα χαρτοφυλάκιο γεμάτο παλιά NPLs και άλλο ένα χαρτοφυλάκιο υγιές, αλλά περισσότερο συγκεντρωμένο σε μεγάλες επιχειρήσεις και συγκεκριμένους κλάδους. Και με δεδομένη την αδυναμία των περισσοτέρων μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων, να πληρούν τα τραπεζικά κριτήρια, ώστε να ζητήσουν δάνεια, η χρηματοδότηση των μεγάλων μόνο επιχειρήσεων αποτελεί σχεδόν μονόδρομο.
Τα stress test
Η S&P προχωρά ένα βήμα παραπέρα και εξετάζει τρία υποθετικά σενάρια αθέτησης υποχρεώσεων και τις επιπτώσεις στον Δείκτη CET-1 που υπολογίζει το ποσοστό των «επικίνδυνων» περιουσιακών στοιχείων, όπως είναι τα δάνεια, που η τράπεζα μπορεί να καλύψει άμεσα με τα δικά της καθαρά κεφάλαια. Ουσιαστικά υπολογίζει πόσο ισχυρή είναι η οικονομική «ασπίδα» μιας τράπεζας, για να απορροφήσει ζημίες σε περιόδους κρίσης ή οικονομικής ύφεσης, χωρίς να κινδυνεύσει η βιωσιμότητά της.
Στο πρώτο δυσμενές σενάριο, τρεις μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις μεταξύ των δέκα μεγαλύτερων δανειοληπτών αθετούν ταυτόχρονα τις υποχρεώσεις τους. Με υπόθεση ζημίας 45% στα ανοίγματα, η επίπτωση στους δείκτες CET1, δηλαδή στα Βασικά Ίδια Κεφάλαια των Κοινών Μετοχών, υπολογίζεται σε 1,5% έως 2,3% ανά τράπεζα.
Σε πιο αυστηρό σενάριο ζημίας 60%, η επίπτωση ανεβαίνει στις 2% έως 3,1%. Η συνολική ζημία για το τραπεζικό σύστημα υπολογίζεται περίπου στα €4 δισ., που αντιστοιχεί περίπου στο 15% του προσαρμοσμένου κεφαλαίου.
Σε ακόμη δυσμενέστερο σενάριο, όπου αθετούν ταυτόχρονα οι τρεις μεγαλύτερες εταιρείες, η μείωση του CET1 θα μπορούσε να φθάσει περίπου στις 2,7% με 4% ανά τράπεζα.
Όμως υπάρχει και ένα σημαντικό τέταρτο σενάριο. Η S&P εξετάζει επίσης ένα κλαδικό stress scenario για τους τρεις κλάδους όπου οι ελληνικές τράπεζες έχουν ιδιαίτερα μεγάλη έκθεση: ναυτιλία, τουρισμός και ενέργεια.
Τα συνολικά δάνεια και στους τρεις κλάδους είναι περίπου €38,7 δισ.
Σε περίπτωση μέτριας ύφεσης, με ποσοστό αθέτησης πληρωμής στο 10% και ζημίας στο 40% , η επίπτωση είναι €1,5 δισ. δηλαδή 0,8% έως 1,2 % του CET1 ανά τράπεζα.
Σε περίπτωση σοβαρότερης κρίσης, αντίστοιχης με την ύφεση της ναυτιλίας που ακολούθησε την παγκόσμια κρίση του 2008, με ποσοστό αθέτησης πληρωμής στο 25% και ζημίας στο 50% , η επίπτωση φτάνει περίπου τα €4,8 δισ. δηλαδή 2,4% έως 3,6% του CET1 ανά τράπεζα.
Προσοχή! Ο οίκος S&P δεν προβλέπει ότι θα συμβεί αυτό. Η έκθεση του καταγράφει ασκήσεις ευαισθησίας και σενάρια «stress», σχεδιασμένες ώστε να αποτυπωθεί πόσο ευάλωτο είναι το κεφάλαιο των τραπεζών σε ένα ακραίο κοινό πιστωτικό σοκ. Άλλωστε γενικότερα στις εκθέσεις του ο S&P παραμένει θετικός για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα.
Το πρόβλημα δεν είναι σήμερα η ποιότητα, αλλά η συγκέντρωση
Αυτή είναι ίσως και η σημαντικότερη παράμετρος της ανάλυσης του S&P. Οι ελληνικές τράπεζες δεν είναι σήμερα οι τράπεζες της προηγούμενης δεκαετίας. Διαθέτουν πολύ ισχυρότερα κεφάλαια, πολύ χαμηλότερα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα και σαφώς καλύτερη δυνατότητα απορρόφησης ζημιών. O S&P αναγνωρίζει την αλλαγή αυτή και δεν περιγράφει ένα σύστημα που βρίσκεται μπροστά σε μια νέα κρίση κόκκινων δανείων.
Το ζήτημα είναι διαφορετικό. Όσο η ελληνική οικονομία μεγαλώνει και η τραπεζική πίστωση επεκτείνεται, οι τράπεζες θα πρέπει να αποφύγουν τη δημιουργία μιας νέας συγκέντρωσης κινδύνου. Ειδικά σε περιόδους γενικευμένης οικονομικής κρίσης. Η οποία παρ’ όλο που είναι εξωγενής, ήδη κτυπάει την πόρτα μας
Η χρηματοδότηση μεγάλων επιχειρήσεων είναι απαραίτητη για επενδύσεις, υποδομές, ενέργεια, τουρισμό και εξωστρεφείς δραστηριότητες. Δεν αποτελεί από μόνη της πρόβλημα.
Πρόβλημα ανακύπτει όταν οι ίδιες επιχειρήσεις, οι ίδιοι κλάδοι και οι ίδιες οικονομικές υποθέσεις εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα στους ισολογισμούς όλων των τραπεζών.
Και η ελληνική περίπτωση έχει μία ακόμη ιδιαιτερότητα. Ο S&P επισημαίνει ότι η έκθεση των τραπεζών σε κλάδους όπως η ναυτιλία, ο τουρισμός και η ενέργεια είναι ιδιαίτερα σημαντική σε σχέση με άλλες περιφερειακές τραπεζικές αγορές. Αυτό αυξάνει την ανάγκη για αυστηρή παρακολούθηση των κλαδικών και εταιρικών δανειακών συγκεντρώσεων.
Από τα κόκκινα δάνεια στο ρίσκο της συγκέντρωσης
Για πολλά χρόνια, το ερώτημα των επενδυτών ήταν πόσα κόκκινα δάνεια έχουν οι τράπεζες και πόσο γρήγορα μπορούν να τα «καθαρίσουν». Σήμερα, το ερώτημα είναι διαφορετικό. Πόσο διαφοροποιημένα είναι τα υγιή δάνεια που αντικατέστησαν τα παλιά προβληματικά χαρτοφυλάκια;
Η προειδοποίηση του S&P δεν ακυρώνει την πρόοδο των ελληνικών τραπεζών. Την κάνει όμως πιο απαιτητική. Η επόμενη φάση δεν θα κριθεί μόνο από το πόσο γρήγορα θα αυξηθούν οι χορηγήσεις. Θα κριθεί από το «προς τα που» θα κατευθυνθούν, σε ποιους κλάδους, σε ποιες επιχειρήσεις και με πόση επικάλυψη μεταξύ των τεσσάρων συστημικών τραπεζών.
Διότι οι ελληνικές τράπεζες κατάφεραν να αφήσουν πίσω τους το πρόβλημα των κόκκινων δανείων. Το στοίχημα είναι να μην αντικατασταθεί ο κίνδυνος της κακής ποιότητας ενεργητικού από τον κίνδυνο της ήδη υπερβολικής συγκέντρωσης. H γνωστή σοφή λαϊκή ρήση που αναφέρεται σε αυγά και σε καλάθια, ισχύει και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Και αυτό, περισσότερο από οποιοδήποτε ακραίο «stress scenario», είναι το μήνυμα που αξίζει να κρατήσουν οι επενδυτές από την ανάλυση του S&P.













Σήμερα : 608
Αυτη την εβδομάδα : 608
Αυτόν το μήνα : 5914
Συνολικά : 9952198