Η πιθανότητα να αποφασίσουν οι Βρετανοί να εγκαταλείψουν την Ευρωπαϊκή Ενωση έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση σπάνιας, είναι αλήθεια, ομοφωνίας
για τις συνέπειες που θα είχε κάτι τέτοιο. Σύμφωνα με αναλύσεις που έχουν εκπονηθεί από την Τράπεζα της Αγγλίας, μέχρι τον ΟΟΣΑ και διάφορους πανεπιστημιακούς, το συμπέρασμα είναι ότι το Brexit θα είχε αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα. Οι διαφωνίες αφορούν κυρίως το πόσο μεγάλη θα είναι η μείωση του ΑΕΠ.
Η μοναδική εξαίρεση είναι η ανάλυση που εκπονήθηκε πρόσφατα από τους «οικονομολόγους υπέρ του Brexit». Το μοναδικό μοντέλο που περιλαμβάνεται στην ανάλυση είναι από τον καθηγητή Πάτρικ Μίνφορντ του Πανεπιστημίου του Κάρντιφ, ο οποίος υποστηρίζει ότι το Brexit θα οδηγούσε σε αύξηση του ΑΕΠ κατά 4%, χάρη στην πλήρη απελευθέρωση του εμπορίου.
Ο Μίνφορντ προτείνει η Βρετανία να καταργήσει πλήρως και μονομερώς τους δασμούς που επιβάλλει σε ξένα προϊόντα μετά το Brexit. Η Βρετανία απλώς θα πληρώνει τους δασμούς που θα της επιβάλλουν οι εμπορικοί της εταίροι.
Αυτό το ενδεχόμενο αποτελεί το χειρότερο δυνατό σενάριο στις υπόλοιπες οικονομικές αναλύσεις. Ο Μίνφορντ παραδέχεται ότι, σύμφωνα με το οικονομικό του μοντέλο, θα υπάρξει πλήρης καταστροφή της βρετανικής μεταποίησης και μεγάλη αύξηση της μισθολογικής ανισότητας. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουμε υπ’ όψιν μας άλλο παράδειγμα μονομερούς και πλήρους απελευθέρωσης του εμπορίου από αναπτυγμένο έθνος. Οι συνηθισμένες οικονομικές θεωρίες προβλέπουν ότι θα μπορούσαν να προκύψουν κάποια κέρδη από την πλήρη απελευθέρωση του εμπορίου. Για παράδειγμα, σε προηγούμενη ανάλυσή μας είχαμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αν η Βρετανία ακολουθούσε τους κανόνες του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου, αλλά διατηρούσε τους δασμούς στις εισαγωγές, τότε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ θα μειωνόταν κατά 2,6%. Σε περίπτωση πλήρους απελευθέρωσης, η πτώση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ θα περιοριζόταν στο 2,3%. Το μυστήριο είναι πως ο Μίνφορντ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πλήρης απελευθέρωση του εμπορίου θα είχε ως συνέπεια αύξηση του ΑΕΠ κατά 13 φορές μεγαλύτερη από τη διαφορά 0,3% μεταξύ των δικών μας προβλέψεων.
Πρώτον, ο Μίνφορντ υποθέτει ότι μετά την απαλλαγή από τον προστατευτισμό της Ε.Ε. οι τιμές που θα πληρώνουν οι Βρετανοί για προϊόντα θα είναι 10% μικρότερες. Δεύτερον, εισάγει αυτήν την εκτίμησή του στο οικονομικό «μοντέλο Λίβερπουλ» και καταλήγει στο συμπέρασμα για αύξηση του ΑΕΠ κατά 4%. Ωστόσο η επιβάρυνση στις τιμές, εξαιτίας των δασμών της Ε.Ε., είναι μόνον 3%, όχι 10%. Ο Μίνφορντ εξετάζει διαφορές σε τιμές μεταξύ της Βρετανίας και άλλων χωρών, χρησιμοποιώντας δεδομένα προ 14 ετών και υποστηρίζοντας ότι οι διαφορές οφείλονται στους δασμούς της Ε.Ε. Ο Μίνφορντ αδυνατεί να κατανοήσει τη φύση των κανονιστικών πλαισίων και προτύπων προϊόντων, αλλά και ότι οι διαφορές στις τιμές προϊόντων μεταξύ χωρών οφείλονται σε διάφορους παράγοντες, εν μέρει σε διαφορές στην ποιότητα και σε διαφορετικά γούστα. Για παράδειγμα, αν γίνουν πιο ελαστικά τα πρότυπα για την ασφάλεια προϊόντων, τότε θα μειωθεί και η τιμή τους, αλλά όχι αν υπολογίσουμε και την ποιότητά τους. Τρίτον, ο Μίνφορντ χρησιμοποιεί εμπορικό μοντέλο όπως εκείνα που χρησιμοποιούσαμε τη δεκαετία του 1970, το οποίο δεν λαμβάνει υπ’ όψιν του ότι το εμπόριο αυξάνεται όταν αυξάνεται το οικονομικό μέγεθος και ο μέσος πλούτος των εθνών, και περιορίζεται όταν αυξάνεται το κόστος εξαιτίας των δασμών στις εισαγωγές, του μεταφορικού κόστους και άλλων εμποδίων. Δηλαδή ο Μίνφορντ θεωρεί ότι όλες οι εταιρείες σε έναν τομέα οπουδήποτε στον κόσμο παράγουν τα ίδια προϊόντα και ότι ένα κινεζικό αυτοκίνητο είναι το ίδιο με ένα γερμανικό. Αυτό ακούγεται σαν τρέλα και είναι τρελό.
* Ο κ. Sampson είναι βοηθός καθηγητή στο Τμήμα Οικονομικών Σπουδών του LSE, όπως και η κ. Dhingra. Ο κ. Ottaviano είναι καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Σπουδών του LSE και ο κ. van Reenen διευθυντής του Κέντρου Οικονομικών Επιδόσεων, καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Σπουδών του LSE. Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στον ιστότοπο voxeu.org.
[readon1 url=”http://www.kathimerini.gr/”][/readon1]








Σήμερα : 135
Αυτη την εβδομάδα : 4685
Αυτόν το μήνα : 12862
Συνολικά : 9708545