Του Νίκου Κωτσικόπουλου
Οι φθηνές καταθέσεις παραμένουν η βασική πηγή της μεγάλης ρευστότητας των τραπεζών, ενώ οι αναβαθμίσεις, η εξυγίανση των ισολογισμών και η ισχυρή κερδοφορία έχουν περιορίσει το κόστος δανεισμού από τις αγορές.
Περίπου στο 0,9% παραμένει το συνολικό κόστος με το οποίο χρηματοδοτούνται οι ελληνικές τράπεζες, έχοντας ουσιαστικά σταθεροποιηθεί σε αυτά τα επίπεδα από τις αρχές του 2026 για όλο το πρώτο εξάμηνο και τουλάχιστον μέχρι το τέλος Ιουλίου, σύμφωνα με επιμέρους στοιχεία της ΤτΕ, που διασταυρώνονται από πληροφορίες της αγοράς. Πέρυσι το Σεπτέμβριο, το κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών ήταν ακόμα σχεδόν στο 1%.
Το σταθμισμένο κόστος χρηματοδότησης κινήθηκε περίπου στο ίδιο επίπεδο στο πρώτο και στο δεύτερο τρίμηνο, δηλαδή στο 0,9% με την ΤτΕ να σημειώνει ότι συνολικά παρέμεινε αμετάβλητο στο πρώτο εξάμηνο.
Η εικόνα δεν φαίνεται να έχει αλλάξει το καλοκαίρι. Το τρίμηνο δεν έχει ολοκληρωθεί αλλά τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για τις καταθέσεις και την άντληση κεφαλαίων από τις αγορές δείχνουν ότι το μέσο κόστος εξακολουθεί να κινείται γύρω από τη ζώνη του 0,9% και αυτή είναι και η εκτίμηση της αγοράς.
Το χαμηλό κόστος εξηγείται πρωτίστως από τον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτούνται οι ελληνικές τράπεζες. Πάνω από το 80% της χρηματοδοτικής τους βάσης προέρχεται από καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων, οι οποίες παραμένουν πολύ φθηνότερες από τον δανεισμό μέσω ομολόγων ή της διατραπεζικής αγοράς. Η χρηματοδότηση από το Ευρωσύστημα, που είχε αποκτήσει μεγάλη σημασία τα προηγούμενα χρόνια, έχει σχεδόν μηδενιστεί.
Το μεγάλο πλεονέκτημα των καταθέσεων
Στο τέλος Ιουλίου οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα βρίσκονταν περίπου στα 221,5 δισ. ευρώ, έχοντας αυξηθεί συνολικά κατά 6,6 δισ. ευρώ τον Ιούνιο και τον Ιούλιο. Το μεγάλο απόθεμα καταθέσεων επιτρέπει στις τράπεζες να χρηματοδοτούν μεγάλο μέρος του ενεργητικού τους χωρίς να προσφεύγουν σε ακριβότερες πηγές χρήματος.
Παράλληλα, το κόστος τους παραμένει εξαιρετικά χαμηλό. Τον Ιούλιο το μέσο επιτόκιο στο σύνολο των υφιστάμενων καταθέσεων ήταν μόλις 0,37%, από 0,35% τον Ιούνιο, ενώ το μέσο επιτόκιο των νέων καταθέσεων διαμορφώθηκε στο 0,39%. Οι καταθέσεις μίας ημέρας των νοικοκυριών εξακολουθούσαν να αποδίδουν μόλις 0,03%, ενώ των επιχειρήσεων 0,13%. Η οριακή αυτή άνοδος μέσα στο καλοκαίρι δεν επαρκεί για να αλλάξει την εικόνα συνολικά.
Φθηνότερη πρόσβαση στις αγορές
Το δεύτερο μικρότερο τμήμα χρηματοδότησης των τραπεζών, είναι από τις αγορές, κυρίως μέσω τραπεζικών ομολόγων, και σε μικρότερο βαθμό ο διατραπεζικός δανεισμός. Η Τράπεζα της Ελλάδος σημειώνει ότι στο πρώτο εξάμηνο το χαμηλότερο κόστος των νέων ομολογιακών εκδόσεων αντισταθμίστηκε από ακριβότερο διατραπεζικό δανεισμό, με αποτέλεσμα το συνολικό κόστος να μείνει σταθερό.
Οι αποδόσεις των υφιστάμενων senior ομολόγων ανέβηκαν μέσα στο καλοκαίρι, από 3,54% στις 16 Ιουλίου σε 3,77% στις 2 Σεπτεμβρίου. Την ίδια περίοδο, όμως, οι τράπεζες συνέχισαν να βρίσκουν ισχυρή ζήτηση στις νέες εκδόσεις: η Τράπεζα Πειραιώς εξέδωσε senior preferred ομόλογο 500 εκατ. ευρώ με κουπόνι 4% και η Eurobank 600 εκατ. ευρώ με κουπόνι 4,125%, με τις δύο εκδόσεις να υπερκαλύπτονται πολλές φορές.
Το κόστος δανεισμού από τις αγορές έχει υποχωρήσει σημαντικά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Η ΤτΕ συνέδεε ήδη στις αρχές του 2026 την πτώση του με τις αναβαθμίσεις των τραπεζών, ενώ τον Σεπτέμβριο του 2025 το συνολικό σταθμισμένο κόστος χρηματοδότησης βρισκόταν ακόμη περίπου στο 1%.
Καθοριστικό ρόλο έχει παίξει η συνολική βελτίωση των τραπεζικών ισολογισμών. Οι αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας πέρασαν και στις τράπεζες, μειώνοντας το κόστος πρόσβασής τους στις διεθνείς αγορές. Στο μεταξύ, ο μέσος δείκτης ΜΕΔ στις συστημικές τράπεζες είναι στο 2,97% ακόμα και χωρίς υπολογισμό των διαθεσίμων τους στην Κεντρική Τράπεζα (SSM), ενώ τα καθαρά κέρδη τους έφτασαν τα 2,4 δισ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο, αυξημένα περίπου 2%.













Σήμερα : 486
Αυτη την εβδομάδα : 486
Αυτόν το μήνα : 25773
Συνολικά : 9925576