Ηπρόσφατη αποκατάσταση του Μεγάρου Κούπα, έργου του Ερνστ Τσίλερ στην Πανεπιστημίου, είναι ένα δώρο για την πόλη. Και η είδηση ότι ένα ιστορικό κτίριο αποκαθίσταται είναι πάντα ένα καλό νέο για την Αθήνα, όπου πολλά αξιόλογα ιστορικά κτίρια έχουν εγκαταλειφθεί στη φθορά του χρόνου και η αποκατάστασή τους παραμένει για χρόνια σε εκκρεμότητα, εξαιτίας του υψηλού κόστους και των χρονοβόρων διαδικασιών των εγκρίσεων. Μια «εκκρεμότητα» που σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να μη λήξει ποτέ.
Μια αποκατάσταση που περίμενε δύο δεκαετίες
Στην περίπτωση του Μεγάρου Κούπα, η συζήτηση για την αποκατάσταση είχε ξεκινήσει πολύ προτού στηθούν οι σκαλωσιές για την έναρξη των εργασιών. Ο Γιάννης Χατζηγεωργίου, πρύτανης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και μέλος του Δ.Σ. του Εμπειρικείου Ιδρύματος, που στεγάζεται στο κτίριο από το 1964, μιλά για μια προσπάθεια που είχε αρχίσει ήδη πριν από δύο δεκαετίες:
«Οι προσπάθειες αποκατάστασης των φθορών του κτιρίου είχαν αρχίσει πριν από δύο δεκαετίες, με πρωτοστάτη το Εμπειρίκειον Ίδρυμα, επειδή συνέβαινε να έχει το μεγαλύτερο ποσοστό συνιδιοκτησίας σε σχέση με τους λοιπούς ιδιοκτήτες, αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι παραδοσιακά είχε στη διοίκησή του έμπειρα τεχνικά στελέχη, τον πρύτανη του Πολυτεχνείου, τον πρόεδρο του ΤΕΕ κ.λπ. Υπήρξαν αρκετές δυσκολίες, τόσο στον συντονισμό όσο και στην εξεύρεση των οικονομικών πόρων και της κατάλληλης τεχνικής υποστήριξης. Τελικώς, ο σημαντικότερος ίσως παράγων πίεσης για την πρόοδο του εγχειρήματος ήταν το γεγονός ότι η φθορά των εξωτερικών επιχρισμάτων στις προσόψεις του κτιρίου είχε προχωρήσει τόσο, ώστε αποκολλούνταν μεγάλα κομμάτια σοβά, τα οποία έπεφταν στο έδαφος, δημιουργώντας έτσι σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια των περαστικών. Αυτός λοιπόν ο κίνδυνος σε συνδυασμό με το ηθικό χρέος να διαφυλάξουμε την αισθητική ενός καλαίσθητου και ιστορικού κτιρίου οδήγησε στην επίσπευση των ενεργειών και απέδωσε ένα κόσμημα στο κέντρο της Αθήνας», αναφέρει ο κ. Χατζηγεωργίου.
«Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο πολλά ιστορικά κτίρια σε όλη την Αθήνα βρίσκονται σε κατάσταση σοβαρής φθοράς. Χωρίς μεγαλύτερη οικονομική υποστήριξη και πιο προσιτές διαδικασίες για την αποκατάστασή τους, η διατήρηση αυτού του σημαντικού μέρους της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της πόλης θα συνεχίσει να αποτελεί δύσκολο εγχείρημα».
Το Μέγαρο Κούπα είναι ένα νεοκλασικό κτίριο που βρίσκεται στην οδό Πανεπιστημίου 6, μεταξύ Κριεζώτου και Βουκουρεστίου. Οικοδομήθηκε κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, με σχέδια του αρχιτέκτονα Ερνστ Τσίλερ. Ήταν ένα από τα πολυτελέστερα κτίρια της εποχής και ανήκε στον βιομήχανο Αχιλλέα Κούπα.

«Το κτίριο περιήλθε στην ιδιοκτησία του Μιλτιάδη Εμπειρίκου από την οικογένειά του, με αποτέλεσμα να εγκατασταθεί το Εμπειρίκειον Ίδρυμα στον τρίτο όροφο. Η ηλικία του μεγάρου σε συνδυασμό με τον κατακερματισμό της ιδιοκτησίας σε πολλούς συνιδιοκτήτες ήταν παράγοντες που δεν επέτρεψαν τον ομαλό προγραμματισμό συντήρησής του. Το γεγονός μάλιστα ότι το κτίριο χαρακτηρίζεται νεοκλασικό αποτέλεσε πρόσθετη δυσχέρεια διότι, ως γνωστόν, οι παρεμβάσεις σε οικοδομήματα που θεωρούνται νεότερα μνημεία απαιτούν ειδικές αδειοδοτήσεις, οι οποίες έχουν κόστος και απαιτούν σημαντικό χρόνο», θα προσθέσει.
Από τον Κούπα στους Εμπειρίκους
Η ιστορία του Μεγάρου Κούπα περνά από την οικογένεια Κούπα, που συνδέεται με την ανέγερσή του, στην οικογένεια Εμπειρίκου και φτάνει μέχρι το Μπουένος Άιρες. Η Elena Braun, απόγονος της οικογένειας Εμπειρίκου και συνιδιοκτήτρια του κτιρίου, αφηγείται αυτήν τη διαδρομή μέσα από τη δική της οικογενειακή ιστορία: «Το κτίριο στην Πανεπιστημίου 6 αποτελούσε πάντοτε για μένα έναν προσωπικό δεσμό με την Ελλάδα. Προτού φύγει από τη ζωή η μητέρα μου, το 2011, ταξίδευα συχνά μαζί της στην Αθήνα, και οι επισκέψεις στο κτίριο παραμένουν σημαντικό μέρος των αναμνήσεών μου από εκείνα τα χρόνια. Γεννήθηκα στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής και έζησα εκεί μέχρι που μετακόμισα στην Αθήνα το 2024. Η γιαγιά και ο παππούς μου από την πλευρά της μητέρας μου ήταν Έλληνες και μετακόμισαν στο Μπουένος Άιρες το 1948, όταν ήταν περίπου στην ίδια ηλικία που είμαι εγώ σήμερα».
Τα τελευταία 100 χρόνια, μας λέει η Elena Braun, το μεγαλύτερο ποσοστό της ιδιοκτησίας του κτιρίου ανήκει στον Γιώργο Εμπειρίκο και στους απογόνους του. «Γύρω στο 1920, ο προπάππος μου, Γιώργος Εμπειρίκος, το απέκτησε ως οικογενειακή κατοικία. Το κτίριο το κληρονόμησαν αργότερα τα παιδιά του: ο Μιλτιάδης Εμπειρίκος, ο οποίος δώρισε την περιουσία του για την ίδρυση του Εμπειρικείου Ιδρύματος, τα γραφεία του οποίου εξακολουθούν να βρίσκονται στο κτίριο· ο Χαρίτωνας Εμπειρίκος και η Μόσχα Εμπειρίκου, η γιαγιά μου, οι κληρονόμοι της οποίας εξακολουθούν μέχρι σήμερα να κατέχουν το μερίδιό της στο ακίνητο. Για τον λόγο αυτό, σε πολλές πηγές το κτίριο αναφέρεται επίσης ως “Μέγαρο Εμπειρίκου”», αναφέρει.

Η παρουσία του Εμπειρικείου Ιδρύματος στο Μέγαρο δεν είναι, ωστόσο, απλώς ένα ακόμη κεφάλαιο στην ιδιοκτησιακή ιστορία του κτιρίου. Ο Γιάννης Χατζηγεωργίου εξηγεί τη σχέση που έχει αποκτήσει το ίδρυμα με το Μέγαρο Κούπα από το 1964 μέχρι σήμερα:
«Έκτοτε το ίδρυμα λειτούργησε ως ένας ισχυρός κοινωφελής οργανισμός, χορηγώντας υποτροφίες σε νέους αποφοίτους των ελληνικών πανεπιστημίων για να πραγματοποιήσουν μεταπτυχιακές σπουδές επιπέδου μάστερ ή διδακτορικού, κατά κανόνα στο εξωτερικό. Χορηγεί επίσης και βραβεία σε διαπρεπείς επιστήμονες της χώρας μας, αναγνωρίζοντας τη συμβολή τους στην πρόοδο της επιστήμης και της ανάπτυξης. Επομένως, ο χώρος αυτός, με την επιβλητική μορφή του Μεγάρου Κούπα, έχει καθιερώσει έναν ιδιαίτερο συμβολισμό για τον πνευματικό κόσμο της χώρας μας».
Η ιστορία του κτιρίου, βέβαια, αρχίζει πολύ νωρίτερα από τους Εμπειρίκους. Προτού περάσει στην οικογένειά τους, συνδέθηκε με την οικογένεια Κούπα, από την οποία πήρε και το όνομά του. «Η ιστορία της οικογένειας Κούπα στην Ελλάδα ανάγεται στην Ελληνική Επανάσταση, στην οποία η οικογένεια διαδραμάτισε ενεργό ρόλο. Στα μέσα του 19ου αιώνα, ο Γεράσιμος Κούπας ζούσε και δραστηριοποιούνταν επιχειρηματικά στη νότια Ρωσία, διατηρώντας παράλληλα ισχυρούς δεσμούς με την Ελλάδα και υποστηρίζοντας διάφορες πρωτοβουλίες εκεί, ενώ ήταν ο βασικός οικονομικός υποστηρικτής του ανιψιού του, Αχιλλέα Κούπα», διηγείται η Elena Braun.
Το ενδιαφέρον της Braun για την ιστορία του Μεγάρου δεν έμεινε μόνο στις οικογενειακές αφηγήσεις. Η ίδια αναζήτησε στοιχεία σε αρχεία και παλιές πηγές, προσπαθώντας να συνθέσει την ιστορία του κτιρίου και τις αλλαγές που γνώρισε μέσα στον χρόνο. Από αυτή την προσωπική έρευνα προκύπτουν και αρκετές από τις λεπτομέρειες που παραθέτει για τις διαφορετικές φάσεις του: «Η πρώιμη ιστορία του κτιρίου δεν είναι απολύτως σαφής, καθώς η τεκμηρίωση είναι περιορισμένη και υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, η πιθανότερη εκδοχή συνδέει το κτίριο με τον Γεράσιμο Κούπα, ο οποίος χρηματοδότησε την κατασκευή του. Το κτίριο, που σχεδιάστηκε από τον Ερνστ Τσίλερ, κατασκευάστηκε μεταξύ 1875 και 1900. Το αρχικό κτίριο αποτελούνταν από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο και, πριν από το 1912, προστέθηκε ένας δεύτερος όροφος, επίσης βάσει σχεδίων του Τσίλερ. Μάλιστα, ένα σχέδιο για την κατασκευή του βρίσκεται στο αρχείο της Εθνικής Πινακοθήκης με την ονομασία “Μέγαρο Γερασίμου Κούπα”», αναφέρει.

Στη συνέχεια, μας εξηγεί ότι «ένας τρίτος όροφος προστέθηκε στο κτίριο κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, ενώ περίπου την ίδια εποχή έγιναν και άλλες τροποποιήσεις στο ισόγειο. Ο Τσίλερ είχε ήδη πεθάνει και, επομένως, δεν ήταν υπεύθυνος για τον σχεδιασμό του, όπως φαίνεται από το πιο λιτό αρχιτεκτονικό του ύφος, χωρίς τον διάκοσμο και τα διακοσμητικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους παλαιότερους ορόφους.
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το κτίριο καταλήφθηκε από στρατιωτικές δυνάμεις, όπως συνέβη και με πολλά άλλα κτίρια της περιοχής. Φωτογραφίες από εκείνη την περίοδο δείχνουν ήδη τον επιπλέον όροφο. Η χρήση του κτιρίου έχει αλλάξει με την πάροδο των χρόνων. Αυτό που κάποτε ήταν ένα κτίριο κατοικιών έχει μετατραπεί σε αμιγώς επαγγελματικό κτίριο, με καταστήματα στο ισόγειο και γραφεία στους υπόλοιπους ορόφους. Έχει χαρακτηριστεί τόσο ως έργο τέχνης και ως διατηρητέο κτίριο. Το καθεστώς αυτό όχι μόνο προστατεύει το κτίριο από επεμβάσεις αλλά απαιτεί επίσης την αποκατάσταση των στοιχείων και των χρωμάτων του ώστε να αντανακλούν τον αρχικό σχεδιασμό του Τσίλερ».
Οι ζυμώσεις και η απόφαση της αποκατάστασης
Οι φθορές στις όψεις είχαν γίνει πλέον εμφανείς, αλλά η απόφαση για την αποκατάσταση συνέπεσε με μια δύσκολη περίοδο, πρώτα την οικονομική κρίση και στη συνέχεια την πανδημία. Η Elena Braun περιγράφει πώς οι ιδιοκτήτες άρχισαν να διερευνούν συστηματικά τι απαιτούσε ένα τέτοιο έργο και πότε μπορούσε πράγματι να προχωρήσει: «Μπορούσαμε να δούμε ότι το κτίριο χρειαζόταν σημαντικές εργασίες και ήμασταν αποφασισμένοι να κατανοήσουμε τι έπρεπε να γίνει και πώς θα έπρεπε να προσεγγίσουμε σωστά την αποκατάστασή του. Ερευνήσαμε τις διαδικασίες και τις απαιτήσεις που συνεπάγεται η αποκατάσταση ενός κτιρίου τέτοιας αρχιτεκτονικής σημασίας και, με όλες τις πληροφορίες που είχαμε συγκεντρώσει, με πιο ευνοϊκές συνθήκες και με τη συμφωνία όλων των ιδιοκτητών, είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή για να προχωρήσουμε στην αποκατάσταση. Τελικά, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2023, είχε επιλεγεί ο αρχιτέκτονας Γιώργος Ιωαννίδης για να εκπονήσει τις απαραίτητες μελέτες και να εξασφαλίσει τη σχετική άδεια για την αποκατάσταση των όψεων του κτιρίου. Σε αυτές περιλαμβάνονταν αρχιτεκτονικά σχέδια και εξειδικευμένες μελέτες συντήρησης που κάλυπταν τα διαφορετικά υλικά των όψεων».
Παρόλο που οι ιδιοκτήτες αναζήτησαν κονδύλια μέσα από κρατικές και ευρωπαϊκές πηγές, δεν κατέστη δυνατό να βρουν κάτι. «Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, εξετάσαμε διάφορες πηγές κρατικής και ευρωπαϊκής χρηματοδότησης και οικονομικής υποστήριξης που ήταν διαθέσιμες για έργα αυτού του είδους. Ωστόσο, δεν καταφέραμε να εντοπίσουμε κάποιο που να ανταποκρίνεται στις συγκεκριμένες περιστάσεις μας. Ως αποτέλεσμα, η αποκατάσταση έπρεπε να χρηματοδοτηθεί εξ ολοκλήρου από τους ιδιοκτήτες», λέει η Ε. Braun.

Η συνεννόηση μεταξύ των συνιδιοκτητών ήταν ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα. Ο Γιάννης Χατζηγεωργίου σημειώνει: «Η πολυπρόσωπη παρουσία ήταν σίγουρα ένα πρόβλημα, αλλά πολύ γρήγορα επήλθε μια ομογενοποίηση στις απόψεις και τη συνεννόηση, επειδή όλοι συνειδητοποίησαν την αναγκαιότητα και επιτακτικότητα του έργου συντήρησης τόσο για λόγους ασφαλείας όσο και για την αναβάθμιση των ιδιοκτησιών τους. Πολύ σημαντική ήταν η προσφορά των τεχνικών από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και το Τεχνικό Επιμελητήριο, αλλά και των τεχνικών συμβούλων που προσελήφθησαν ειδικά για αυτό το εμβληματικό έργο».
Με τις εγκρίσεις πλέον εξασφαλισμένες, άρχισε η αναζήτηση του αναδόχου. Η Ε. Braun θυμάται: «Αφού εξασφαλίστηκαν όλες οι απαραίτητες εγκρίσεις, προσκαλέσαμε αρκετές κατασκευαστικές εταιρείες να υποβάλουν προτάσεις για τις εργασίες. Δεδομένου του προστατευόμενου καθεστώτος του κτιρίου, η αποκατάσταση έπρεπε να πραγματοποιηθεί με αυστηρή τήρηση των εγκεκριμένων διαδικασιών, μεθόδων και απαιτήσεων συντήρησης. Αφού εξετάσαμε τις προτάσεις, επιλέξαμε την ΠΑΛΑΙΟΠΑΝΟΣ, μια κατασκευαστική εταιρεία που ειδικεύεται στην αποκατάσταση προστατευόμενων κτιρίων, για να εκτελέσει τις εργασίες αποκατάστασης. Η εταιρεία είχε επίσης πρόσφατα ολοκληρώσει την αποκατάσταση της Γαλλικής Πρεσβείας στην Αθήνα, επίσης ενός νεοκλασικού κτιρίου, σχεδιασμένου από τον αρχιτέκτονα Αναστάσιο Μεταξά».



Οι κατασκευαστικές εργασίες ξεκίνησαν τον Οκτώβριο του 2025, υπό την επίβλεψη του αρχιτέκτονα Γιώργου Ιωαννίδη και με τη διαχείριση του έργου από τον Αναστάσιο Κωνσταντέα της Kappa Advice. Η εκτιμώμενη διάρκεια του έργου είχε αρχικά οριστεί στους οκτώ μήνες, αλλά παρατάθηκε κατά δύο επιπλέον μήνες όταν, τρεις μήνες μετά την έναρξη της αποκατάστασης, ανακαλύφθηκαν ίχνη διακοσμητικών ζωγραφικών παραστάσεων στις όψεις του δεύτερου ορόφου.
Ο συντηρητής και εξειδικευμένος αποκαταστάτης ζωγραφικού διακόσμου που επέβλεπε τις εργασίες εκ μέρους της κατασκευαστικής εταιρείας, Ηλίας Τζίμας, ήταν υπεύθυνος για την εκπόνηση μελέτης για την αποκατάσταση αυτών των ζωγραφικών παραστάσεων και αργότερα πραγματοποίησε το έργο που είναι πλέον ορατό στις όψεις του κτιρίου.
Η πορεία του έργου
Ο Άγγελος Παλαιοπάνος, επικεφαλής της ΠΑΛΑΙΟΠΑΝΟΣ ΙΚΕ, που ήταν η εταιρεία η οποία ανέλαβε τις εργασίες αποκατάστασης των όψεων, μας μιλά για τις προκλήσεις της αποκατάστασης, το χρονοδιάγραμμα και τα απρόοπτα.
«Οι εργασίες ξεκίνησαν στις 29/10/2025 και ολοκληρώθηκαν με την προσωρινή παράδοση του έργου στις 30/07/2026, δηλαδή σε διάστημα περίπου εννέα μηνών. Το έργο είχε αρχικά προγραμματιστεί να εκτελεστεί ανά όψη, σε διακριτές φάσεις. Τελικά, ωστόσο, για την επιτάχυνση των εργασιών, το κτίριο σκαλώθηκε συνολικά για όλη τη διάρκεια του έργου, με αποτέλεσμα η σκαλωσιά να αποξηλωθεί συνολικά μόνο με την ολοκλήρωση των εργασιών στις όψεις».
Στην πορεία, οι εργασίες έφεραν στο φως στοιχεία που δεν ήταν γνωστά από την αρχή. Ο Άγγελος Παλαιοπάνος εξηγεί τι αποκαλύφθηκε κάτω από τους παλαιότερους χρωματισμούς και πώς αυτό επηρέασε την εξέλιξη του έργου:
«Κατά την αφαίρεση των παλαιότερων χρωματισμών από τις όψεις, με στόχο την αποκάλυψη της αρχικής επιφάνειας και χρωματικής απόχρωσης, εντοπίστηκαν στα φατνώματα του δεύτερου ορόφου ίχνη από τον αρχικό ζωγραφικό διάκοσμο του κτιρίου. Δυστυχώς δεν βρέθηκαν αντίστοιχα ίχνη σε άλλα σημεία των όψεων, παρότι σε γκραβούρα της εποχής απεικονίζονται επιπλέον διακοσμητικά στοιχεία που δεν σώζονται σήμερα, σύμφωνα με τις υπάρχουσες πηγές («Ερνστ Τσίλλερ 1837-1923, Η τέχνη του κλασικού» από τη Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη & «ZILLER» σε έκδοση της Εθνικής Πινακοθήκης).

Τα στοιχεία που απεικονίζονταν ποικίλαν και αποτελούνται από ζωγραφικά μοτίβα στις ποδιές των παραθύρων του δεύτερου ορόφου, πληθώρα ανάγλυφων διακοσμήσεων στις ανώτερες ζώνες των όψεων, αγάλματα στο κεντρικό μπαλκόνι της εισόδου, καθώς και διακοσμητικοί αμφορείς στη στέψη του κτιρίου.
Ο διάκοσμος που όντως εντοπίστηκε αναπαράχθηκε πιστά από τους ζωγράφους-συντηρητές, εφόσον προηγήθηκε η δημιουργία ενός υπό κλίμακα προσχεδίου. Το σχέδιο παραδόθηκε προς έγκριση στο πλαίσιο συμπληρωματικής μελέτης, στο τμήμα συντήρησης της Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων. Η διαδικασία εντοπισμού, έγκρισης και αναπαραγωγής του σχετικού ζωγραφικού διάκοσμου διήρκεσε 4 μήνες και συνολικά παρέτεινε την ολοκλήρωση αποκατάστασης των όψεων κατά μόνο 2 μήνες. Αυτό επιτεύχθηκε λόγω του σωστού προγραμματισμού εκτέλεσης του έργου, καθώς οι εργασίες αποκατάστασης των όψεων χαμηλότερων ορόφων συνεχίζονταν απρόσκοπτα».
Τα χρώματα κάτω από τις νεότερες στρώσεις
Οι διερευνητικές τομές που έγιναν κατά τη διάρκεια των εργασιών έδωσαν, όπως προσθέτει ο Άγγελος Παλαιοπάνος, και νέα στοιχεία για τις αρχικές χρωματικές επιλογές που είχαν γίνει στο κτίριο: «Όσον αφορά τα χρώματα και τις αποχρώσεις που επιλέχθηκαν, εφαρμόστηκαν τα παρακάτω: μέσω της διενέργειας επιπρόσθετων διερευνητικών τομών κατά τη διάρκεια των εργασιών (πέραν αυτών που εκτελέστηκαν και καταγράφηκαν από την αρχική μελέτη συντήρησης), στα επιχρίσματα που επικάλυπταν τις κάτω επιφάνειες των προεξεχόντων γείσων, οι οποίες ορίζουν τις στάθμες του 2ου και 3ου ορόφου, εντοπίστηκε ένας βαθύς σκούρος μπλε χρωματισμός. Το χρώμα αυτό, το οποίο προσομοιάζει σε απόχρωση αυτό του ουρανού, αποτελεί μια διαχρονική επιλογή, η οποία συνήθως χρησιμοποιούνταν στη διακόσμηση σε σκουρότερη απόχρωση στις όψεις και σε ανοιχτότερους τόνους στο εσωτερικό αντίστοιχων νεοκλασικών κτιρίων.
Πέραν αυτού του χρωματισμού που εντοπίστηκε στις οροφές των γείσων, ο ζωγραφικός διάκοσμος που αποκαλύφθηκε στα φατνώματα του 2ου ορόφου, με χαρακτηριστικά γεωμετρικά και φυτικά μοτίβα του Ερνστ Τσίλερ, αποδόθηκε σε ζεστούς κεραμιδί/τερακότα τόνους, με τα ανάγλυφα σχέδια σε ανοιχτό, εκρού χρώμα».
Το γεγονός ότι το Μέγαρο συνέχισε να λειτουργεί κανονικά σε όλη τη διάρκεια των εργασιών έκανε το έργο ακόμη πιο απαιτητικό.


«Η μεγαλύτερη δυσκολία του έργου ήταν η έλλειψη χώρου για την εγκατάσταση εργοταξίου, καθώς το κτίριο λειτουργούσε αδιαλείπτως καθ’ όλη τη διάρκεια των εργασιών, με εμπορικά καταστήματα στο ισόγειο και γραφεία στους ορόφους. Αυτό επέβαλε τη δημιουργία παρόδιας στοάς επί της οδού Κριεζώτου, καθώς και τη χρήση ειδικών ικριωμάτων με κατάλληλη σκάφη ασφαλείας και γεφυρώσεις, ώστε να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη πρόσβαση και ορατότητα στις βιτρίνες των καταστημάτων του ισογείου», αναφέρει ο ίδιος.
Ιδιαίτερα απαιτητική, όπως λέει, ήταν και η αντικατάσταση της μόνωσης του δώματος: «Αφαιρέθηκε το σύνολο της υπάρχουσας μόνωσης και τοποθετήθηκε νέο σύγχρονο σύστημα υγρομόνωσης-θερμομόνωσης, με στόχο τη βελτίωση της απόδοσης του κτιρίου μακροπρόθεσμα και την πιθανή μελλοντική αξιοποίηση του δώματος. Η εργασία αυτή απαίτησε την απομάκρυνση 310 τόνων αδρανών υλικών (παλαιό γέμισμα), τα οποία, λόγω της θέσης και της συνεχούς λειτουργίας του κτιρίου, αφαιρέθηκαν τμηματικά με χρήση 600 big bags και γερανών/φορτηγών αποκλειστικά νυχτερινές ώρες».

Κάθε αποκατάσταση έχει τις δικές της δυσκολίες
Ο Α. Παλαιοπάνος πιστεύει ότι «κάθε έργο αποκατάστασης ενός κλασικού κτιρίου παρουσιάζει τις δικές του προκλήσεις και απαιτεί συγκεκριμένη αντιμετώπιση με απώτερο σκοπό τη διατήρηση της ιστορικότητάς του». Υποστηρίζει, επίσης, ότι οι απαιτήσεις κάθε φορά μπορεί να είναι διαφορετικές: «Σε σύγκριση με το έργο της Γαλλικής Πρεσβείας, ένα πρόσφατο έργο που ολοκληρώσαμε, το Μέγαρο Κούπα είχε ελάχιστες απαιτήσεις από πλευράς στατικής ενίσχυσης των στοιχείων των όψεων. Στην περίπτωση του κτιρίου της Γαλλικής πρεσβείας απαιτήθηκε η κατασκευή ενός κρυφού συστήματος παραλαβής των φορτίων της τελικής μαρκίζας από ανοξείδωτο χάλυβα, με σκοπό τη μελλοντική αποτροπή κατάρρευσης τμήματος αυτής, όπως συνέβη πριν από την αποκατάσταση των όψεων. Αυτό το σύστημα εφαρμόστηκε κρύβοντας όλες τις στηρίξεις εντός των αναπαραγμένων φουρουσιών της τελικής μαρκίζας, χωρίς να αλλοιώνει τα αρχιτεκτονικά στοιχεία των όψεων. Το έργο του Μεγάρου Κούπα είχε μια εκτενή γκάμα εργασιών, συμπεριλαμβανομένης και της πλήρους παρέμβασης στα κουφώματα, καθώς και εκτενέστερη παρέμβαση στα μαρμάρινα στοιχεία των εξωστών, με συμπληρώσεις και αποκαταστάσεις, επιπρόσθετα του ζωγραφικού διάκοσμου».

Η ολοκλήρωση της αποκατάστασης αφήνει, ωστόσο, ανοιχτό ένα πολύ μεγαλύτερο ζήτημα, που αφορά όχι μόνο το Μέγαρο Κούπα αλλά πολλά ιστορικά κτίρια της Αθήνας. Η Elena Braun, έχοντας πια την εμπειρία του Μεγάρου Κούπα και το αναλογούν βάρος που σήκωσε ως συνιδιοκτήτρια ενός σημαντικού κτιρίου, μας μιλάει για τις δυσκολίες που κάνουν τις αποκαταστάσεις των κτιρίων τόσο απαιτητικές αλλά και τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν:
«Η διατήρηση ιστορικών κτιρίων παρουσιάζει σημαντικές προκλήσεις. Το κόστος αποκατάστασης είναι υψηλό, ενώ η πρόσβαση σε οικονομική υποστήριξη είναι περιορισμένη και οι διαδικασίες που απαιτούνται για την εξασφάλιση των απαραίτητων εγκρίσεων μπορεί να είναι χρονοβόρες και σύνθετες. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο πολλά ιστορικά κτίρια σε όλη την Αθήνα βρίσκονται σε κατάσταση σοβαρής φθοράς. Χωρίς μεγαλύτερη οικονομική υποστήριξη και πιο προσιτές διαδικασίες για την αποκατάστασή τους, η διατήρηση αυτού του σημαντικού μέρους της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της πόλης θα συνεχίσει να αποτελεί δύσκολο εγχείρημα».
Βασικοί συντελεστές του έργου
• Αρχιτεκτονική μελέτη και επίβλεψη του έργου: Γεώργιος Ιωαννίδης, αρχιτέκτων μηχανικός.Τεχνικός σύμβουλος: Αναστάσιος Κωνσταντέας, πολιτικός μηχανικός (Kappa Advice)
• Επιβλέπων συντηρητής αρχαιοτήτων και έργων τέχνης, με εξειδίκευση στη συντήρηση τοιχογραφιών και κονιαμάτων και εκπονητής της συμπληρωματικής μελέτης αναπαραγωγής μοτίβων ζωγραφικού διακόσμου: Ηλίας Τζίμας
• Φιλοτέχνηση του συνόλου του ζωγραφικού διακόσμου: Ηλίας Τζίμας και Γιώργος Παπουτσής, ζωγράφοι
• Επιβλέπων συντηρητής αρχαιοτήτων και έργων τέχνης με ειδικότητα στην συντήρηση λίθου και μετάλλου καθώς και εκτελεστής της συντήρησης των μαρμάρινων και κεραμικών διακοσμητικών στοιχείων: Νικόλαος Ματούλας
• Ανάδοχος των εργασιών αποκατάστασης των όψεων: ΠΑΛΑΙΟΠΑΝΟΣ ΙΚΕ
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.













Σήμερα : 798
Αυτη την εβδομάδα : 798
Αυτόν το μήνα : 6104
Συνολικά : 9952388