Ηπαγκόσμια οικονομία έχει απορροφήσει μέσα σε λίγα χρόνια μια ακολουθία σοκ που υπό διαφορετικές συνθήκες θα μπορούσαν να είχαν οδηγήσει σε βαθιά διεθνή ύφεση. Ο πόλεμος Ρωσίας και Ουκρανίας, η σύγκρουση με το Ιράν, οι αναταράξεις στις αγορές ενέργειας, η επιστροφή των δασμών και η εντεινόμενη αντιπαράθεση ΗΠΑ και Κίνας έχουν αυξήσει το κόστος και την αβεβαιότητα στο διεθνές οικονομικό σύστημα.
Παρά ταύτα, η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να αντέχει.
Σε νέα ανάλυσή τους, οι Financial Times εστιάζουν ακριβώς σε αυτό το παράδοξο. Η διεθνής οικονομία εμφανίζεται ανθεκτικότερη από όσο πολλοί αναλυτές προέβλεπαν, όμως πίσω από αυτή την ανθεκτικότητα συσσωρεύονται νέες αδυναμίες που θα μπορούσαν να μετατραπούν στην πηγή του επόμενου μεγάλου οικονομικού ρήγματος.
Οι οικονομίες προσαρμόστηκαν στην εποχή των κρίσεων
Ένας από τους βασικούς λόγους της αντοχής είναι η προσαρμογή επιχειρήσεων και κυβερνήσεων σε ένα περιβάλλον μόνιμης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Οι Financial Times επισημαίνουν ότι οι επιχειρήσεις έχουν διαφοροποιήσει τις αλυσίδες εφοδιασμού, έχουν αυξήσει τα αποθέματά τους και έχουν δημιουργήσει εναλλακτικές διαδρομές για πρώτες ύλες και προϊόντα. Οι κυβερνήσεις, από την πλευρά τους, αντιμετωπίζουν πλέον την ενεργειακή και βιομηχανική ασφάλεια ως ζήτημα στρατηγικής πολιτικής.
Η Ευρώπη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αναγκάστηκε να αναδιατάξει σε σύντομο χρονικό διάστημα το ενεργειακό της μοντέλο και να περιορίσει την εξάρτησή της από τη Ρωσία.
Η ίδια λογική επανέρχεται σήμερα λόγω του πολέμου με το Ιράν και της αβεβαιότητας γύρω από τις ενεργειακές ροές της Μέσης Ανατολής.
Η παγκοσμιοποίηση δεν έχει υποχωρήσει πλήρως. Έχει γίνει ακριβότερη, πιο περίπλοκη και περισσότερο προσανατολισμένη στην ασφάλεια.
Η AI κρατά ψηλά τις επενδύσεις
Ο δεύτερος σημαντικός παράγοντας που εντοπίζουν οι Financial Times είναι η τεράστια επενδυτική κινητοποίηση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη.
Η AI έχει δημιουργήσει νέο κύκλο δαπανών για data centers, ημιαγωγούς, δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, υποδομές και εξοπλισμό. Η επίδραση ξεπερνά πλέον τον στενό τεχνολογικό κλάδο και περνά στην ενέργεια, στις κατασκευές, στις χρηματοπιστωτικές αγορές και στη βιομηχανία.
Η επενδυτική αυτή έκρηξη λειτουργεί ως αντίβαρο στην επιβράδυνση που προκαλούν τα υψηλότερα επιτόκια, το ενεργειακό κόστος και οι εμπορικές συγκρούσεις.
Εδώ όμως οι Financial Times βλέπουν και μία από τις σημαντικότερες αδυναμίες του σημερινού μοντέλου.
Ένα μεγάλο μέρος των επενδυτικών προσδοκιών και της χρηματιστηριακής δυναμικής έχει συγκεντρωθεί γύρω από περιορισμένο αριθμό εταιρειών και γύρω από την υπόθεση ότι οι τεράστιες επενδύσεις στην AI θα μεταφραστούν σε ανάλογη αύξηση παραγωγικότητας και κερδοφορίας.
Αν αυτή η υπόθεση δεν επιβεβαιωθεί στον βαθμό που περιμένουν οι αγορές, η διόρθωση θα μπορούσε να ξεπεράσει τα όρια του τεχνολογικού κλάδου.
Το δημόσιο χρέος γίνεται η μεγάλη αδυναμία
Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί το δημόσιο χρέος.
Οι μεγάλες οικονομίες καλούνται σήμερα να χρηματοδοτήσουν ταυτόχρονα άμυνα, ενεργειακή ασφάλεια, βιομηχανική πολιτική, κοινωνικές δαπάνες, υποδομές και τεχνολογικές επενδύσεις.
Το κάνουν όμως σε ένα περιβάλλον στο οποίο το χρήμα κοστίζει περισσότερο.
Οι Financial Times έχουν καταγράψει την πίεση που ασκείται στις αγορές κρατικών ομολόγων από τον συνδυασμό υψηλού χρέους, μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων και επίμονων πληθωριστικών πιέσεων.
Αυτό αλλάζει τη δημοσιονομική εξίσωση.
Όσο αυξάνεται το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, τόσο μεγαλύτερο μέρος των κρατικών προϋπολογισμών κατευθύνεται στους τόκους και τόσο μικρότερος γίνεται ο διαθέσιμος χώρος για νέες πολιτικές.
Η πίεση είναι ιδιαίτερα σημαντική καθώς οι δυτικές κυβερνήσεις αυξάνουν παράλληλα τις αμυντικές δαπάνες και επιχειρούν να ενισχύσουν την οικονομική τους ασφάλεια απέναντι στη Ρωσία και την Κίνα.
Οι πόλεμοι δεν σταμάτησαν την οικονομία, αύξησαν όμως το κόστος της
Η μεγάλη εικόνα που περιγράφουν οι Financial Times είναι ίσως πιο σύνθετη από την εικόνα μιας οικονομίας που απλώς «αντέχει».
Οι πόλεμοι και οι γεωπολιτικές συγκρούσεις δεν προκάλεσαν μέχρι στιγμής παγκόσμια οικονομική κατάρρευση. Έκαναν όμως το διεθνές σύστημα ακριβότερο.
Οι επιχειρήσεις χρειάζονται περισσότερους προμηθευτές και μεγαλύτερα αποθέματα. Τα κράτη επενδύουν περισσότερο στην ενεργειακή ασφάλεια. Οι κυβερνήσεις αυξάνουν τις αμυντικές δαπάνες. Οι αλυσίδες εφοδιασμού επανασχεδιάζονται με κριτήριο πλέον και τον γεωπολιτικό κίνδυνο.
Η ανθεκτικότητα έχει κόστος.
Και όσο οι κρίσεις συσσωρεύονται, τόσο αυξάνονται οι πόροι που απαιτούνται για να διατηρηθεί.
Πού κρύβεται το επόμενο ρήγμα
Οι Financial Times ουσιαστικά εντοπίζουν τρεις περιοχές κινδύνου.
Η πρώτη είναι το χρέος και η δυνατότητα των κυβερνήσεων να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν μεγάλες ανάγκες σε ένα περιβάλλον ακριβότερου χρήματος.
Η δεύτερη είναι η γεωπολιτική. Μια σοβαρότερη διακοπή ενεργειακών ροών, μια νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή ή βαθύτερη εμπορική αντιπαράθεση των μεγάλων οικονομιών θα μπορούσε να δημιουργήσει ισχυρότερο σοκ από όσα έχει μέχρι σήμερα απορροφήσει το σύστημα.
Η τρίτη βρίσκεται στην ίδια την πηγή ενός μεγάλου μέρους της σημερινής αισιοδοξίας, στην τεχνητή νοημοσύνη. Όσο περισσότερο η ανάπτυξη των επενδύσεων και η χρηματιστηριακή δυναμική εξαρτώνται από την AI, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η έκθεση σε μια πιθανή απογοήτευση.













Σήμερα : 36
Αυτη την εβδομάδα : 36
Αυτόν το μήνα : 16782
Συνολικά : 9963066