Ηδιατήρηση της κερδοφορίας, η επίτευξη των στόχων για νέα δάνεια και ο κεφαλαιακός χώρος για μερίσματα και επαναγορές μετοχών βρίσκονται στο επίκεντρο ενόψει των ανακοινώσεων αποτελεσμάτων γ΄ τριμήνου των τραπεζών. Η Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος αναδεικνύει τις προϋποθέσεις για τη συνέχεια, καθώς η γεωπολιτική αβεβαιότητα, το ακριβότερο χρήμα και οι τεχνολογικοί κίνδυνοι δημιουργούν νέες απαιτήσεις για τις διοικήσεις.
Η κεντρική τράπεζα αναγνωρίζει ότι ο κλάδος διαθέτει ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη και βρίσκεται σε πολύ καλύτερη θέση να αντιμετωπίσει διαταραχές σε σχέση με το παρελθόν. Ωστόσο, η αντοχή αυτή θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα των τραπεζών να αυξάνουν τις εργασίες τους, να ελέγχουν το κόστος και να αποτρέπουν τη δημιουργία νέων επισφαλειών, διατηρώντας παράλληλα επαρκή κεφαλαιακά αποθέματα.
Τα νέα δάνεια και η αντοχή των κερδών
Για τις προοπτικές κερδοφορίας, η ΤτΕ ξεχωρίζει την επίτευξη των επιχειρησιακών στόχων για νέες εκταμιεύσεις προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά, τις επιπτώσεις της γεωπολιτικής αστάθειας και τη διαφοροποίηση των εσόδων μέσω εξαγορών ή επέκτασης των διεθνών δραστηριοτήτων.
Οι παρουσιάσεις των αποτελεσμάτων θα αποτελέσουν επομένως ευκαιρία για να αποσαφηνιστεί πώς εξελίσσονται οι χρηματοδοτήσεις και κατά πόσο οι διοικήσεις διατηρούν τις εκτιμήσεις τους για τη συνέχεια. Κρίσιμη θα είναι και η εικόνα της καθαρής πιστωτικής επέκτασης, δηλαδή της αύξησης των δανείων μετά τις αποπληρωμές.
Η αφετηρία παραμένει θετική, με κέρδη περίπου 2,6 δισ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο, αυξημένα κατά 3,8%. Υπάρχουν όμως πιέσεις: τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν κατά 9,3%, ταχύτερα από τα λειτουργικά έσοδα, που ενισχύθηκαν κατά 6,8%.
Παράλληλα, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο υποχώρησε στο 2,5% από 2,7%, παρότι τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν.
Η ΤτΕ αποδίδει τη μείωση στην επέκταση των τοκοφόρων στοιχείων ενεργητικού και κυρίως των επιχειρηματικών δανείων και των τίτλων άλλων ευρωπαϊκών κρατών, που έχουν χαμηλότερη απόδοση.
Συνεπώς, η αύξηση του όγκου εργασιών αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη διατήρηση των εσόδων.
Γεωπολιτική και επιτόκια
Το διεθνές περιβάλλον μπορεί να επηρεάσει ταυτόχρονα τη ζήτηση νέων δανείων και την ικανότητα εξυπηρέτησης των υφιστάμενων. Η ακριβότερη ενέργεια επιβαρύνει επιχειρήσεις και νοικοκυριά, ενώ η αβεβαιότητα μπορεί να οδηγήσει σε αναβολή επενδύσεων.
Η άμεση έκθεση των σημαντικών ελληνικών τραπεζών σε αντισυμβαλλομένους από χώρες της Μέσης Ανατολής είναι περιορισμένη, κάτω από το 1% των συνολικών ανοιγμάτων τους. Οι έμμεσες επιπτώσεις, όμως, μπορεί να είναι σημαντικότερες.
Η ΤτΕ επισημαίνει την ευπάθεια κλάδων όπως οι μεταφορές και η αποθήκευση, η μεταποίηση, η ακτοπλοΐα, η γεωργία και οι κατασκευές.
Στην εξίσωση προστίθενται τα επιτόκια. Η έκθεση υπενθυμίζει τις δύο αυξήσεις των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ, κατά συνολικά 50 μονάδες βάσης, τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο.
Το μέσο επιτόκιο νέων επιχειρηματικών δανείων στην Ελλάδα είχε φτάσει τον Αύγουστο στο 4,5%, από 3,7% τον Δεκέμβριο του 2025.
Η επίδραση στα τραπεζικά αποτελέσματα εξαρτάται από την ανατιμολόγηση δανείων και πηγών χρηματοδότησης.
Ταυτόχρονα, ο ακριβότερος δανεισμός επιβαρύνει τους πελάτες και μπορεί να επηρεάσει τη ζήτηση και τις αποπληρωμές. Η άνοδος των διεθνών αποδόσεων δημιουργεί επίσης δυσμενέστερες συνθήκες στις αγορές ομολόγων.
Υπό αυτές τις συνθήκες, ιδιαίτερη σημασία αποκτούν οι προβλέψεις για επισφάλειες.
Η ΤτΕ ζητά συνετή πολιτική σχηματισμού προβλέψεων και στενή παρακολούθηση των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων, των οποίων οι αυξημένες εισροές χρειάζονται αξιολόγηση και ως προς το ενδεχόμενο ευρύτερης επιδείνωσης της ποιότητας των χαρτοφυλακίων.
Η ισορροπία ανάμεσα σε ανάπτυξη και μερίσματα
Η πιστωτική επέκταση στηρίζει την κερδοφορία, αλλά απαιτεί και κεφάλαια. Αυτή η σύνδεση βρίσκεται στον πυρήνα των επισημάνσεων της ΤτΕ για την κεφαλαιακή επάρκεια.
Ο δείκτης βασικών κεφαλαίων CET1 διαμορφώθηκε τον Ιούνιο στο 14,8%, από 15,4% στο τέλος του 2025.
Η κεντρική τράπεζα χαρακτηρίζει την κεφαλαιακή θέση ικανοποιητική, αναδεικνύοντας ως καθοριστικούς παράγοντες για τη συνέχεια την πιστωτική επέκταση, την ποιότητα των δανείων, τη δημιουργία κεφαλαίων μέσω κερδών και την πολιτική διανομών.
Παράλληλα, προχωρεί η ταχύτερη απόσβεση των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων, οι οποίες εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν το 36% των κεφαλαίων CET1.
Το ζητούμενο για τις διοικήσεις είναι επομένως πώς θα συνδυάσουν περισσότερες χρηματοδοτήσεις, αποδόσεις προς τους μετόχους και βελτίωση της ποιότητας των κεφαλαίων τους.
Ψηφιακός μετασχηματισμός με ευθύνη των διοικήσεων
Η ΤτΕ ζητά επίσης συνέχιση των επενδύσεων στον ψηφιακό μετασχηματισμό, με διαρκή αναβάθμιση της λειτουργικής ανθεκτικότητας.
Η ανάπτυξη προηγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης αυξάνει τις δυνατότητες εκτέλεσης σύνθετων κυβερνοεπιθέσεων, ενώ η εξάρτηση από περιορισμένο αριθμό τεχνολογικών παρόχων μπορεί να μεταδώσει μια διαταραχή σε περισσότερα ιδρύματα.
Όπως σημειώνει η έκθεση, ΕΚΤ και ΤτΕ έχουν ήδη αποστείλει συστάσεις στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για τις αναδυόμενες απειλές από αυτά τα μοντέλα, ζητώντας επανεξέταση της ψηφιακής τους ανθεκτικότητας.
Προσοχή απαιτεί και η υλοποίηση των ίδιων των έργων εκσυγχρονισμού: περίπου το 38% των μειζόνων τεχνολογικών συμβάντων που αναφέρθηκαν από τράπεζες της ΕΕ το 2025 συνδεόταν με αλλαγές συστημάτων. Παρόμοια ποσοστά καταγράφηκαν στα ελληνικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα το 2026.
Η ΤτΕ αναγνωρίζει ότι οι κυβερνοεπιθέσεις αντιμετωπίστηκαν μέχρι στιγμής ικανοποιητικά από τις ελληνικές τράπεζες.
Τονίζει, ωστόσο, ότι η διοίκηση παραμένει υπεύθυνη για τις αποφάσεις ανεξαρτήτως του βαθμού αυτοματοποίησης, με υποχρέωση ελέγχου των εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, των κινδύνων και των εξωτερικών παρόχων τους.













Σήμερα : 848
Αυτη την εβδομάδα : 7750
Αυτόν το μήνα : 34714
Συνολικά : 9980998