Όταν πριν από δύο μήνες περίπου αρχίσαμε στο news247 να συζητάμε για το αφιέρωμα για τα 20 χρόνια από τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου
συνειδητοποιήσαμε ότι ξέρουμε ελάχιστα για τον άνθρωπο Ανδρέα Παπανδρέου: για το πως ζούσε στην καθημερινή του ζωή, ποιες συνήθειες είχε, ποια ελαττώματα, τι του άρεσε, τι σνόμπαρε. Με δυο κουβέντες να καταλάβουμε ποιος ήταν άνθρωπος, που κρύβονταν πίσω από τον ηγέτη.
Πέρα από τις πληροφορίες που μπορεί να αντλήσει κανείς από βιβλία, που έχουν γράψει κατά καιρούς άνθρωποι, που έχουν βρεθεί κοντά του προχωρήσαμε ένα βήμα παραπέρα και ζητήσαμε από όσους παραχώρησαν συνεντεύξεις στο αφιέρωμα στο news247, να μιλήσουν και για την αθέατη πλευρά του Ανδρέα Παπανδρέου. Αρκετοί δέχθηκαν και μας χάρισαν ενδιαφέρουσες πληροφορίες που μας δίνουν, αυτό που να αναφέρουμε και στον τίτλο, ότι ο Ανδρέας έζησε την ζωή του σαν ένας ροκ σταρ. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι αρκετοί σταρ έμειναν στην ιστορία μόνο με το μικρό όνομα τους.
Τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια
Μπορεί στην μνήμη των περισσότερων ο Ανδρέας Παπανδρέου να έχει καταγραφεί ως ένας άνθρωπος που διασκέδαζε – έστω και σπάνια – στα μπουζούκια, και συγκεκριμένα στην Ρίτα Σακελαρίου, όμως τα μουσικά του ακούσματα είναι πολύ περισσότερα. Όπως μας εξηγεί συνομιλητής μας δεν μπορείς να τον κατατάξεις στην κατηγορία του “κανονικού αστού”, καθώς ούτε το θέατρο τον συγκινούσε ούτε η κλασική μουσική. “Στις ΗΠΑ όταν ήταν, πήγαινε και άκουγε τους ελληνοαμερικάνους ρεμπέτες ενώ όταν ήρθε στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’60 πήγαινε στον Παπαϊωάννου που εμφανιζόταν κάπου στα βόρεια προάστια”.
Ο Τσιτσάνης δεν ήταν μόνο αγαπημένος του καλλιτέχνης, ήταν ένας άνθρωπος με τον οποίο διατηρούσε φιλική σχέση για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα.
Σε ότι αφορά στην διεθνή σκηνή αγαπημένος του ξένος καλλιτέχνης ήταν ο Φρανκ Σινάτρα, και διαχρονικά αγαπημένο του τραγούδι το “Strangers in the night” ενώ όταν ήθελε να χαλαρώσει επέλεγε να βάλει στο πικάπ ένα δίσκο με τζαζ.
Η σχέση του με τον καπνό ήταν διαχρονική και τον συνόδευσε σχεδόν ως τις τελευταίες μέρες της ζωής του. Σύμφωνα με συνομιλητή μας που τον γνώριζε από την εποχή που ήταν ακόμη στις Ηνωμένες Πολιτείες κάπνιζε βαριά τσιγάρα Philip Morris. Τη μέρα που τον συνάντησε για πρώτη φορά ο ίδιος στο γραφείο του, σηκωνόνταν όρθιος, πηγαινοερχόταν, άναβε τσιγάρο, έκανε τρεις τζούρες, το έσβηνε. Μετά από λίγο ξανά το ίδιο. Λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπισε αργότερα, προσπάθησε να το αντικαταστήσει με πίπα. Αλλά δεν το έκοψε εντελώς ποτέ.

Γνωστή ήταν και η σχέση του με το ποτό. Και ισορροπούσε συνήθως ανάμεσα στο ουίσκι – που το έπινε με ένα κουταλάκι μέλι σύμφωνα με όσα ανέφερε πρωτοκλασάτο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ – και το ούζο. Για το τελευταίο έχει γίνει αναφορά και σε διπλωματικό επίπεδο. Όπως σημειώνεται σε αποχαρακτηρισθέντα διαβαθμισμένα αρχεία του Foreign Office οι Βρετανοί είχαν προσπαθήσει να καταλάβουν εάν ο νέος πρωθυπουργός της Ελλάδας, το 1982 είχε “προβλήματα με το ποτό”. Η πληροφορία είχε διαρρεύσει από έναν Τούρκο διπλωμάτη. Ο επικεφαλής του τμήματος Νοτίου Ευρώπης του Foreign Office, Ντ. Γουίλσον αφού ενημερώθηκε από τον Βρετανό πρέσβη στην Αθήνα για το αν ίσχυαν οι πληροφορίες προχώρησε στην έκθεση του σύμφωνα με την οποία:
Όπως φαίνεται, ο Παπανδρέου ακόμα απολαμβάνει το ουίσκι και το ούζο του, αλλά ο πρέσβης δεν τον έχει δει ποτέ σε άσχημη κατάσταση ή δεν γνωρίζει κάποιον που να ισχυρίζεται ότι τον έχει δει έτσι. Ίσως η ιστορία προέκυψε από την συνήθεια του Παπανδρέου να προσφέρει στο γραφείο του ούζο αντί για καφέ και να πίνει και ο ίδιος ένα.
Συνέχεια στα όρια
Σπάνια τον έχουμε δει να οδηγεί αν και όπως δηλώνουν άνθρωποι που τον γνώριζαν πριν ακόμη επιστρέψει στην Ελλάδα ήταν λάτρης των αυτοκινήτων και της ταχύτητας. Σύμφωνα με συνομιλητή μας ο οποίος ήταν συνεπιβάτης στο αυτοκίνητο του, στην πορεία για ένα συνέδριο στις ΗΠΑ
οδηγούσε διαρκώς με ταχύτητα άνω του επιτρεπόμενου ορίου, αλλά μείωνε στις γέφυρες διότι ήξερε πως εκεί ήταν τα μπλόκα της τροχαίας.
Την αγάπη του για τα αυτοκίνητα και την ταχύτητα περιγράφει και ο, για χρόνια αρχηγός της Προσωπικής Ασφάλειας του, Βασίλης Κεραμάς στο βιβλίο “Το απόρρητο ημερολόγιο στο Καστρί”, σύμφωνα με το οποίο μετά από μία ερωτική περιπέτεια που είχε σε ένα “κρησφύγετο” στην Ραφήνα, στα τέλη του 1982, πήρε την θέση του οδηγού της θωρακισμένης Mercedes που οδηγούσε κανονικά ο Δήμος Παρασκευόπουλος και “την έκανε ιπτάμενη”.

Στα όρια – ή καλύτερα πολύ πάνω από αυτά – ήταν και σε ότι αφορά την υγεία του και την διατροφή του. Πέρα από τις καταχρήσεις σε ποτά και τσιγάρα, ο Ανδρέας στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του δεν υπήρξε και ιδιαίτερα εγκρατής σε ότι αφορά το φαγητό. Έχοντας υπηρετήσει ως νοσοκόμος στο Αμερικανικό Ναυτικό είχε αποκτήσει κάποιες βασικές γνώσεις τις οποίες τις χρησιμοποιούσε κατά το δοκούν και για να έρθει σε αντιπαράθεση με τους γιατρούς όταν αυτοί του πρότειναν μία θεραπεία ή ότι χρειάζεται να κάνει δίαιτα.
“Μία φορά ένας γιατρός τον έβαλε να κάνει δίαιτα και έλεγε ότι με αυτά που μου έχει βάλει να τρώω δεν ζει ούτε ένα τετράχρονο” θυμάται συνεργάτης και φίλος του. Το ροκ του χαρακτήρα του μαρτυρά και το παρακάτω περιστατικό που μας περιέγραψαν
Μία φορά ήταν να του φτιάξουν ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο και η Μαργαρίτα ήθελε να στείλει τα ακριβή του μέτρα. Ο Ανδρέας αρνήθηκε να ανέβει στη ζυγαριά για να ζυγιστεί
Γκατζετάκιας πριν ακόμη εφευρεθεί ο όρος
Οτιδήποτε τεχνολογικό μαγνήτιζε το ενδιαφέρον του. Συνέλεγε κάθε είδους ηλεκτρονική συσκευή. Ενδεικτικό του συλλεκτικού πάθους του Ανδρέα Παπανδρέου είναι ένα επεισόδιο το οποίο συνέβη στο Τορόντο πριν από 30 και χρόνια και το κατέγραψε στην Καθημερινή το 2008 ο Βασίλης Νέδος.
Του άρεσε πολύ η τεχνολογία και γνώριζε πολλά πράγματα, π.χ. στο αεροπλάνο συζητούσε για προδιαγραφές, τεχνικά χαρακτηριστικά, διαδικασίες…
Εκείνη την εποχή μόλις είχαν κυκλοφορήσει στην αγορά δημοσιογραφικά κασετόφωνα με τη δυνατότητα να σταματούν αυτόματα την ηχογράφηση όταν ο ομιλητής διέκοπτε τον λόγο του. Κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης μάλιστα άναβε ένα κόκκινο λαμπάκι. Αυτό ακριβώς το φωτάκι είδε ο Ανδρέας Παπανδρέου κατά τη διάρκεια συνέντευξής του στους πολιτικούς συντάκτες που τον συνόδευαν και διέκοψε τη διαδικασία για να ρωτήσει τι είναι αυτό που αναβοσβήνει. Τελικά, ο πολιτικός συντάκτης που μόλις είχε αγοράσει το κασετόφωνο στο Τορόντο, το χάρισε στον Παπανδρέου (που αρχικά ήθελε να το αγοράσει), ο οποίος το πρόσθεσε με χαρά στη μεγάλη συλλογή του.

Υπήρξε λάτρης της φωτογραφίας αλλά πολύ περισσότερο των φωτογραφικών μηχανών των οποίων υπήρξε επίσης συλλέκτης. Μάλιστα ήταν ένα από τα πρώτα πράγματα που ζήτησε να του φέρουν από την Εκάλη όταν πλέον είχε φύγει και συζούσε με την Δήμητρα Λιάνη. Η πλέον αγαπημένη του ήταν μίαLeica. Παράλληλα όταν βρίσκονταν σε χαλαρές στιγμές δίπλα σε φωτογράφους πάντα φρόντιζε να μαθαίνει για ότι πιο νέο κυκλοφορούσε στην αγορά τους και δεν δίσταζε να δοκιμάζει τις μηχανές τους με την πρώτη ευκαιρία.
O Βασίλης Κεραμάς περιγράφει στο βιβλίο για μία επίσκεψη που είχαν πραγματοποιήσει στο αντιτορπιλικό “Έλλη” που επιβεβαιώνει το ενδιαφέρον του για τα τεχνολογικά επιτεύγματα: Στην ξενάγηση δεν ήταν απλώς ακροατής. Ρωτούσε συνεχώς πως λειτουργούσαν τα πολύπλοκα ηλεκτρονικά όργανα του πλοίου που τον είχαν εντυπωσιάσει αφάνταστα. Δεν ήταν μόνο η περιέργεια που προκάλεσε το ενδιαφέρον του, αλλά και η βαθύτερη έφεσή του σε τέτοια πράγματα. Ο Πρωθυπουργός δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα αεροπλάνα, τις πολυτελείς θαλαμηγούς και τα πολυτελή αυτοκίνητα, τους κομπιούτερ,τα τρανζίστορ, τις φωτογραφικές μηχανές και τις βιντεοκάμερες, αλλά και τα πιστόλια. Στα αεροπλάνα, είτε τα στρατιωτικά C-130 που χρησιμοποιούσαμε πολλές φορές για τις διάφορες επισκέψεις μας στο εσωτερικό της χώρας είτε της Ολυμπιακής Αεροπορίας, στον περισσότερο χρόνο της διαδρομής κάθεται δίπλα στους πιλότους.
Πολίτης του κόσμου, εραστής της Ελλάδας
Μια από τις απορίες που είχαμε ήταν το πoια εφημερίδα ήθελε να βλέπει πρώτη στο γραφείο του. Αν ήταν κάποια αντιπολιτευόμενη ή κάποια που τον εκθείαζε. Συνεργάτης του, μας αποκάλυψε ότι “στις ελληνικές εφημερίδες αφιέρωνε ελάχιστα λεπτά μόνο, διάβαζε τους κεντρικούς τίτλους, τις άφηνε στην άκρη και έλεγε: Κακός ο Τύπος για εμάς σήμερα”. Αντίθετα διάβαζε για αρκετή ώρα τον ξένο Τύπο και άκουγε Deutsche Welle και BBC.
Μέσα στην δίνη του σκανδάλου Κοσκωτά, τον ρώτησαν γιατί δεν υπέβαλλε μήνυση σε μία εφημερίδα που τον αποκαλούσε απατεώνα στο εξώφυλλο. Απάντησε: ” Ο πατέρας μου έλεγε: ποτέ μην μηνύεις τον Τύπο”. Μήνυσε μόνο το περιοδικό ΤΙΜΕ, διότι το εξώφυλλο του με τον Κοσκωτά έθιξε ολόκληρη την χώρα.
Από τα μάτια του Τύπου, αλλά κυρίως της Μαργαρίτας, προσπαθούσε να ξεφύγει στις διάφορες ερωτικές περιπέτειες που είχε τόσο στην δεκαετία του ’70 όσο και στην δεκαετία του ’80 με την τελευταία τα πράγματα να γίνονται πιο εύκολα καθώς ως πρωθυπουργός κατάφερνε να βάζει τρίτα πρόσωπα, είτε ανθρώπους που τους προσέφερε κάποια δημόσια θέση είτε μη προβεβλημένα στελέχη του κόμματος να νοικιάζουν γκαρσονιέρες ή εξοχικά στο όνομα τους.
Από τον Τύπο προσπαθούσε να ξεφύγει και στις διάφορες περιπέτειες με την υγεία του. Για αυτό τον λόγο επέλεγε εξετάσεις και επεμβάσεις να γίνονται στο εξωτερικό. Σε αρκετές περιπτώσεις φρόντιζε να παρουσιάζει τις απουσίες του ως υποχρεώσεις π.χ. με την Σοσιαλιστική Διεθνή, ενώ και στο νοσοκομείο εμφανίζονταν με ψευδώνυμο ώστε εάν δημοσιογράφος προσπαθούσε να χρηματίσει κάποιον για να έχει πρόσβαση στον ιατρικό φάκελο του Ανδρέα Παπανδρέου αυτό το όνομα να μην υπάρχει.
Φταίει ο Ανδρέας Παπανδρέου για τη χρεοκοπία της χώρας;
Σε ποια θέση βρισκόταν η Ελλάδα, όταν οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες “άνθιζαν” οικονομικά, ποια ήταν η “τύχη” των ευρωπαϊκών πόρων και τι συνέβη με τις κρατικοποιήσεις, το δημόσιο χρέος και τις δαπάνες, κατά την μακρά περίοδο διακυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου.
Με αφορμή τη συμπλήρωση 20 χρόνων από τον θάνατό του, τέσσερις οικονομολόγοι αναλύουν στοNEWS 247 τις επιλογές σε επίπεδο άσκησης οικονομικής πολιτικής και εκτιμούν το κατά πόσο επηρέασαν την εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας, από τις αρχές του 1980 μέχρι σήμερα. Ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου ο άνθρωπος της (οικονομικής) αλλαγής ή ο ηγέτης που “μοίραζε λεφτά, για να κρατηθεί στην εξουσία” και έβαλε το “λιθαράκι” για τη χρεοκοπία της χώρας, δύο δεκαετίες αργότερα;

“Η πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν ζημιογόνα για την ελληνική οικονομία”
* Δημήτρης Βαγιανός, London School of Economics
Η πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου (ΑΠ) ήταν ζημιογόνα για την Ελληνική οικονομία. Οι κακές επιδόσεις της Ελληνικής οικονομίας κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του ΑΠ μπορούν να συνοψιστούν σε τρία απλά γραφήματα.
Το πρώτο γράφημα παρουσιάζει το ακαθάριστο εθνικό προϊόν (ΑΕΠ) κατά κεφαλή, συγκρίνοντας την Ελλάδα με Ιρλανδία, Ισπανία, και Πορτογαλία. Η Ελλάδα εισήλθε στη δεκαετία του 1980 όντας πιο πλούσια από τις άλλες τρεις χώρες. Το 1980 ο μέσος Έλληνας ήταν κατά 17% πλουσιότερος από τον μέσο Ιρλανδό, 8% από τον μέσο Ισπανό, και 28% από τον μέσο Πορτογάλο. Η εικόνα αυτή ανατράπηκε την δεκαετία του 1980. Η Ιρλανδία και η Ισπανία ξεπέρασαν την Ελλάδα, και η Πορτογαλία σχεδόν την έφτασε. Το 1990 ο μέσος Έλληνας ήταν κατά 6% φτωχότερος από τον μέσο Ιρλανδό, 8% φτωχότερος από τον μέσο Ισπανό και μόλις 6% πλουσιότερος από τον μέσο Πορτογάλο. Όπως φαίνεται στο Γράφημα 1, οι άλλες χώρες αναπτύσσονταν γρήγορα ενώ η Ελλάδα παρέμενε σχεδόν στάσιμη.

Γράφημα 1: ΑΕΠ κατά κεφαλή, στην Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, και Πορτογαλία, την περίοδο 1970-2015. Τα στοιχεία προέρχονται από την Conference Board Total Economy Database. Το ΑΕΠ μετράται σε δολλάρια ΗΠΑ του 2014 και σε όρους αγοραστικής δύναμης. Το γράφημα είναι σε λογαριθμική κλίμακα. ES=Ισπανία, GR=Ελλάδα, IE=Ιρλανδία, PT=Πορτογαλία.
Το δεύτερο γράφημα παρουσιάζει το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ. To 1980 το δημόσιο χρέος της Ελλάδας ήταν 21% του ΑΕΠ, ελαφρώς υψηλότερο από αυτό της Ισπανίας (16%), χαμηλότερο από αυτό της Πορτογαλίας (29%), και πολύ χαμηλότερο από αυτό της Ιρλανδίας (67%). Κατά τη δεκαετία 1981-1990 το δημόσιο χρέος στην Ελλάδα αυξήθηκε αλματωδώς. To 1990 έφτασε στο 68% του ΑΕΠ, έχοντας ξεπεράσει κατά πολύ αυτό της Πορτογαλίας (52%), και το 1993 έφτασε στο 94%, ξεπερνώντας ακόμα και αυτό της Ιρλανδίας (91%). (Την περίοδο 1991-1993 ο ΑΠ δεν βρίσκονταν στην εξουσία, αλλά η αύξηση του χρέους οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην δυσκολία περιορισμού των ελλειμμάτων που είχαν δημιουργηθεί κατά τα χρόνια που κυβερνούσε).

Γράφημα 2: Δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, και Πορτογαλία, την περίοδο 1970-2015. Τα στοιχεία προέρχονται από την βάση δεδομένων AMECO. ES=Ισπανία, GR=Ελλάδα, IE=Ιρλανδία, PT=Πορτογαλία.
Συνοψίζοντας, η διακυβέρνηση του ΑΠ την δεκαετία 1981-1990 κληρονόμησε στην Ελληνική οικονομία ένα υψηλό δημόσιο χρέος. Ο δανεισμός θα μπορούσε να ήταν επωφελής σε κάποιο βαθμό αν οι πόροι είχαν κατευθυνθεί σε δημόσιες επενδύσεις, όπως δρόμοι, σχολεία, νοσοκομεία, κτλ. Δυστυχώς όμως οι πόροι κατευθύνθηκαν κυρίως στην κατανάλωση (μέσω αύξησης μισθών στο δημόσιο και συντάξεων). Οι δημόσιες επενδύσεις παρέμειναν στα επίπεδα της προηγούμενης δεκαετίας 1971-1980, και χαμηλότερες σε σχέση με Ιρλανδία, Ισπανία, και Πορτογαλία.
Το τρίτο γράφημα παρουσιάζει τις ιδιωτικές επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ, εξαιρώντας τις κατασκευές κατοικιών, και συγκρίνοντας την Ελλάδα με Ισπανία, Πορτογαλία, και τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εξαιρώ τις κατοικίες για να εστιάσω στις επενδύσεις των επιχειρήσεων, δηλαδή τις παραγωγικές επενδύσεις αντί για αυτές που συνδέονται άμεσα με την κατανάλωση. Το γράφημα δείχνει ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις στην Ελλάδα ήταν γενικά χαμηλότερες από τις άλλες χώρες, αλλά το χάσμα την δεκαετία 1981-1990 ήταν μεγαλύτερο από τις άλλες δεκαετίες (αν και με σχετικά μικρή διαφορά σε σύγκριση με την δεκαετία 1971-1980). Και σύμφωνα με μελέτη του ΟΟΣΑ το 1993, οι ξένες άμεσες επενδύσεις (FDI) στην Ελλάδα την δεκαετία 1981-1990 ήταν τέσσερις με πέντε φορές χαμηλότερες, ως ποσοστό του ΑΕΠ, από αυτές στην Ισπανία και Πορτογαλία.1

Γράφημα 3: Ιδιωτικές επεδύσεις πλην κατοικιών, ως ποσοστό του ΑΕΠ, στην Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, και Πορτογαλία, την περίοδο 1970-2015. Τα στοιχεία προέρχονται από την βάση δεδομένων AMECO. ES=Ισπανία, GR=Ελλάδα, IE=Ιρλανδία, PT=Πορτογαλία.
Χαμηλές επενδύσεις, αύξηση δαπανών και χρέους και κακή διαχείριση
Συνοπτικά, η Ελληνική οικονομία παρέμεινε στάσιμη την περίοδο 1981-1990, ενώ οι άλλες Ευρωπαϊκές οικονομίες αναπτύσσονταν. Οι παραγωγικές επενδύσεις (δημόσιες και ιδιωτικές), οι οποίες αποτέλεσαν τον βασικό μοχλό της ταχείας ανάπτυξης της Ελληνικής οικονομίας τις δεκαετίες του 1950 και 1960, ήταν χαμηλές, τόσο σε σύγκριση με τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες όσο και με τις γειτονικές δεκαετίες. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε αλματωδώς, με το μεγαλύτερο μέρος των δανειζόμενων πόρων να κατευθύνεται στην κατανάλωση. Οι κακές αυτές επιδόσεις οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική πολιτική του ΑΠ και των κυβερνήσεών του.
Στο δημοσιονομικό κομμάτι, αυξήθηκαν πολύ οι δαπάνες χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη αύξηση των φορολογικών εσόδων. Αυτό οδήγησε στη μεγάλη αύξηση των ελλειμμάτων και του χρέους (Γράφημα 2). Επίσης η αύξηση των δαπανών δεν έγινε με παραγωγικό τρόπο. Όπως αναφέραμε παραπάνω, οι δημόσιες επενδύσεις παρέμειναν χαμηλές. Αλλά ακόμα και η αύξηση των δαπανών για κοινωνικές παροχές όπως συντάξεις και υγεία δεν συνοδεύτηκε από τη δημιουργία σύγχρονων υποδομών (για τα δεδομένα της εποχής). Για παράδειγμα, το ασφαλιστικό σύστημα παρέμεινε κατακερματισμένο με σημαντικά προνόμια για πολιτικά ισχυρές επαγγελματικές ομάδες και οι συντάξεις είχαν μικρή συσχέτιση με τις εισφορές, μειώνοντας έτσι τα κίνητρα για δημιουργία θέσεων εργασίας.
Οι κρατικοποιήσεις και η κομματικοποίηση του κράτους το 1980 συνετέλεσαν, στο να έχουν οι κυβερνήσεις τον έλεγχο στο σύνολο της οικονομίας
Η διαχείριση ήταν κακή και σε άλλους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας. Τόσο τη δεκαετία του 1970 όσο και αυτή του 1980, πολλές ιδιωτικές επιχειρήσεις κρατικοποιήθηκαν. Σε αρκετές περιπτώσεις αυτό έγινε επειδή οι επιχειρήσεις ήταν ζημιογόνες. Η κρατική διαχείριση όμως αύξησε τις ζημιές, με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις να παραμένουν σε λειτουργία μόνο χάρη σε υψηλές κρατικές επιδοτήσεις. Οι κρατικοποιήσεις σε συνδυασμό με την αυξανόμενη κομματικοποίηση του κράτους τη δεκαετία του 1980 συνετέλεσαν στο να έχουν οι εκάστοτε κυβερνήσεις όλο και μεγαλύτερο έλεγχο στο σύνολο της οικονομίας. Οι αρνητικές συνέπειες του κρατικίστικου αυτού μοντέλου ήταν εμφανείς στον χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας (Γράφημα 1) και στο χαμηλό μέγεθος των ιδιωτικών επενδύσεων (Γράφημα 3).
Οι θετικές εξαιρέσεις, ο ρόλος Σημίτη και η ευθύνη του Κώστα Καραμανλή
Κάποιες θετικές εξαιρέσεις υπήρχαν. Υπό την πίεση του αυξανόμενου ελλείμματος στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών, η κυβέρνηση του ΑΠ μετά τις εκλογές του 1985 προσπάθησε να συγκρατήσει τις κρατικές δαπάνες και γενικότερα να σταθεροποιήσει την οικονομία. Το πρόγραμμά αυτό εγκαταλείφθηκε μετά από δύο χρόνια, και πολλά από τα οφέλη εξανεμίσθηκαν. Μια άλλη θετική εξαίρεση ήταν ο σχηματισμός της Επιτροπής Καρατζά την περίοδο 1985-1989. Η επιτροπή αυτή έθεσε τις βάσεις για τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, ο οποίος έλαβε χώρα κυρίως τη δεκαετία του 1990. Και στις δύο περιπτώσεις (σταθεροποιητικό πρόγραμμα και Επιτροπή Καρατζά) ο ρόλος του Κώστα Σημίτη ήταν σημαντικός.
Η οικονομική πολιτική του ΑΠ και των κυβερνήσεών του προφανώς δεν ήταν η μόνη αιτία για την χρεοκοπία, η οποία έλαβε χώρα σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα. Οι κυβερνήσεις που διαδέχθηκαν αυτές του ΑΠ φέρουν επίσης σημαντική ευθύνη, με την ευθύνη να βαραίνει περισσότερο τις κυβερνήσεις του Κώστα Καραμανλή. Ίσως η μεγαλύτερη ευθύνη του ΑΠ για την μελλοντική πορεία της Ελληνικής οικονομίας ήταν η ενίσχυση του κρατικίστικου μοντέλου—με τον υπερβολικό έλεγχο του κράτους και του κυβερνώντος κόμματος στο σύνολο της οικονομίας. Το παρωχημένο αυτό μοντέλο, το οποίο δυστυχώς ασπάζεται ακόμα μεγάλο μέρος του πολιτικού μας συστήματος, είναι η βασική αιτία για την κακή πορεία της Ελληνικής οικονομίας και για την αδυναμία μας να βγούμε από την κρίση.
Αν το 1980 είχαν τεθεί οι βάσεις για ένα πιο σύγχρονο οικονομικό μοντέλο βασισμένο σε ένα μικρότερο και αποτελεσματικότερο κράτος και στην ανάπτυξη μέσω ιδιωτικών επενδύσεων και υψηλής ποιότητας εκπαίδευσης, τότε η Ελληνική οικονομία θα ήταν σε πολύ καλύτερη μοίρα. Ένα τέτοιο μοντέλο ακολούθησε η Ιρλανδία από τα μέσα της δεκαετίας το 1990, με εντυπωσιακά αποτελέσματα (Γράφημα 1). Δυστυχώς κατά την περίοδο διακυβέρνησης του ΑΠ, η Ελλάδα κινήθηκε προς ακριβώς την αντίθετη κατεύθυνση.

“Το βάρος της χρεοκοπίας πέφτει στις κυβερνήσεις Σημίτη και Καραμανλή”
* Κωνσταντίνος Βέργος, Portsmouth Business School
Η πρώτη τετραετία (1981-1985) ήταν η σημαντικότερη καθώς συνοδεύτηκε από σημαντικά μέτρα παρέμβασης στην οικονομία, όπως κοινωνικοποιήσεις και θεσμικές αλλαγές. Όμως, καθώς ήταν τετραετία σε εποχή μεγάλης παγκόσμια κρίσης, και οι εταιρίες που κοινωνικοποιήθηκαν είχαν προβλήματα λόγω γενικότερης ύφεσης παγκοσμίως και κακής διοίκησης, δεν συνοδεύτηκε από μεγάλη επιτυχία. Η δεύτερη τετραετία συνοδεύτηκε από σημαντική πτώση του πληθωρισμού και ανάπτυξη του τραπεζικού συστήματος που επέτρεψαν ανάπτυξη αλλά και οδήγησαν σε υπερδανεισμό ιδιωτών. Πάντως εκείνη την περίοδο τα επιτόκια έπεφταν διεθνώς, κάτι που βοήθησε την τότε κυβέρνηση.
Εκτιμώ ότι οι “κοινωνικοποιήσεις” παραγωγικών εταιριών, όπως Χαλυβουργιών και Υφαντουργικών επιχειρήσεων τις οποίες χρεοκόπησαν οι ιδιοκτήτες τους ήταν σημαντικό λάθος, παρότι με το πνεύμα εκείνης της εποχής διαφαίνονταν ως κίνηση ενδυνάμωσης της οικονομίας και ‘λαϊκού ελέγχου’. Όμως η ανάπτυξη του Εθνικού Συστήματος Υγείας, η διεύρυνση εργασιακών συμβάσεων σε διεθνή στάνταρντς και η διατήρηση της Ελλάδος στην ΕΕ με σημαντικά ανταλλάγματα, ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση, εκμοντέρνισαν την χώρα. Η επαρχία αναπτύχθηκε σημαντικά και η Ελλάδα έγινε ουσιαστικά ανεπτυγμένη χώρα στο σύνολό της.
Το χρέος άρχισε να αυξάνεται δυσανάλογα σε σχέση με άλλα κράτη, πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του… μετά την είσοδο στο ΕΥΡΩ
Το επίπεδο χρέους αυξήθηκε σημαντικά τη περίοδο 1981-1996, όμως όχι υπέρμετρα σε σχέση με άλλα κράτη. Στην Ελλάδα το χρέος άρχισε να αυξάνεται δυσανάλογα πολύ, σε σχέση με άλλα κράτη, πολλά χρόνια μετά το θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου, μετά την είσοδο στο ΕΥΡΩ, που όμως δεν ήταν απόφαση του Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά της κυβέρνησης Σημίτη. Το χρέος εκτοξεύτηκε από τις σπατάλες για την διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων και εκείνες που ακολούθησαν. Οι κυβερνήσεις Σημίτη και Καραμανλή ουσιαστικά ευθύνονται, με το κύριο βάρος στην κυβέρνηση Σημίτη καθώς εκείνη αποφάσισε την είσοδο στο ΕΥΡΩ και τη διοργάνωση των πολυέξοδων ολυμπιακών αγώνων. Η θέση της Ελλάδος βελτιώθηκε με τα Ολυμπιακά έργα και το ΕΥΡΩ, αλλά η ανταγωνιστικότητα χάθηκε, το κόστος εργασίας και κατοικίας έγινε σταδιακά υψηλό λόγω σκληρού νομίσματος .
Να σημειώσουμε πάντως ότι η χρεοκοπία δεν είναι μόνο αποτέλεσμα του ύψους του χρέους, αλλά κυρίως της διάρθρωσης του, καθώς το μεγαλύτερο τμήμα του ήταν πληρωτέο κυρίως σε 3-4 χρόνια, με αποτέλεσμα η ετήσια πληρωμή να φτάνει τα 30 δις, αντί σε 40-50 έτη, όπου η ετήσια πληρωμή θα ήταν πολύ χαμηλότερη.

“Η τωρινή χρεοκοπία έχει τις ρίζες της στην πρώτη 8ετία Παπανδρέου”
* Ανδρέας Κούτρας, οικονομικός αναλυτής, ITC Markets
Αν και καθηγητής οικονομικών ο Ανδρέας Παπανδρέου και μάλιστα από τους ικανότερους της γενιάς του με λαμπρή σταδιοδρομία στην Αμερική, δεν φαίνεται να τον απασχολούσε η ιδιαίτερα υγεία της οικονομίας όταν έγινε πρωθυπουργός παρά μόνο όταν βρισκόταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Κύριο μέλημα του ήταν η εδραίωση στην εξουσία και ίσως ο ρεβανσισμός. Οι δαπάνες του προϋπολογισμού για τον ευρύτερο Δημόσιο τομέα εκτινάχθηκαν από το 48% του ΑΕΠ το 1981 στο 70% το 1988 χωρίς όμως παράλληλη αύξηση των εσόδων ή των δημοσίων επενδύσεων. Ενδεικτικό είναι πως ο προϋπολογισμός το 1981 ήταν 625δις δραχμές το 1988 έφτασε τα 3.2τρις. Τυπώθηκε πληθωριστικό χρήμα για να δοθούν αυξήσεις χωρίς όμως να υπάρχουν έσοδα. Το αποτέλεσμα ήταν η εκτίναξη του πληθωρισμού στο 25% το 1985. Αυτό σήμαινε πως κάθε χρόνο οι μισθωτοί και συνταξιούχοι έχαναν 3 μηνιάτικα αγοραστική αξία. Το 1985 που ήταν προεκλογικό έτος η Ελλάδα είχε φτάσει στα πρόθυρα της χρεοκοπίας με την τράπεζα της Ελλάδος να έχει συνάλλαγμα για λίγες εβδομάδες μόνο. Τότε ήταν που έπεσε το σύνθημα «Για ακόμα καλύτερες μέρες» (Αργότερα θα μεταλλαχθεί σε «Λεφτά υπάρχουν» από τον υιό)
Μοίραζε λεφτά για να κρατηθεί στην εξουσία
Είναι δύσκολο να βρει κάποιος έστω και ένα καλό που έκανε στην οικονομία η πολιτική του Α.Παπανδρέου. Απλά μοίραζε λεφτά για να κρατηθεί στην εξουσία όπως κάνει κάθε τριτοκοσμικός ηγέτης. Δεν έκανε δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και των φορολογικών βαρών. Παρά τις μεγάλες εξαγγελίες για κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα,
– το ποσοστό των φόρων που πλήρωναν μισθωτοί και συνταξιούχοι από 52,1% το 1980 έφτασε το 63,2% το 1986!
– Η παραγωγικότητα μειώθηκε κατά 5,5% ενώ την ίδια περίοδο στη Ευρώπη αυξήθηκε κατά 20%.
– Η ανεργία παρά τις προσλήψεις από 2,7% πήγε στο 7% .
– Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά μόλις 6.8% όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη αυξήθηκε κατά 26%.
– Η φοροδιαφυγή γιγαντώθηκε και η κυβέρνηση δανειζόταν για να μοιράσει και να αγοράσει ψήφους.
Από την επανεκλογή το 1985 στο “Τσοβόλα δώστα όλα”
Μερικές βδομάδες μετά την επανεκλογή του στην πρωθυπουργία το 1985, υποτίμησε την δραχμή (ακολούθησαν και άλλες) και ανακοίνωσε περικοπές μισθών και συντάξεων για να σώσει (και πάλι) την Ελλάδα.
Όταν η υποτίμηση δεν ήταν επικοινωνιακά αρεστή εφευρέθηκε η διολίσθηση της δραχμής κατά 1% κάθε μήνα.

Το 1989, έτος προεκλογικό, ελέχθη το περίφημο «Τσοβόλα δώστα όλα» δίνοντας το σινιάλο της οικονομικής ασυδοσίας.
Η αλήθεια είναι πως αν δεν υπήρχαν τα ΕΟΚικά κονδύλια θα είχαμε χρεοκοπήσει. Ήταν μεγάλη ιστορική ατυχία να συμπέσει η άνοδος του Α.Παπανδρέου, με την είσοδο μας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Τα κοινοτικά κονδύλια όχι μόνο επέτρεψαν στο δήθεν κίνημα και τον Α.Παπανδρέου να κρατηθεί στην εξουσία για πολύ παραπάνω χρόνο από ότι έπρεπε, αλλά απέτρεψαν τον εκσυχρονισμό της οικονομίας και την πρόοδο της κοινωνίας. Στο Ιράκ και στην μέση ανατολή το πετρέλαιο κράτησε τους διαφόρους Σαντάμ και Καντάφι στην εξουσία και ανάσχεσε οποιαδήποτε πρόοδο. Στην Ελλάδα τον τον ρόλο του πετρελαίου έπαιξαν η δραχμή με το τύπωμα, οι ΕΟΚικές και μετέπειτα Ευρωπαϊκές επιδοτήσεις ο εύκολος δανεισμός και η οικονομική πολιτική του Α.Παπανδρέου.
Κρατικιστικά μοντέλα, διορισμοί, ψηφοθηρία και… εργατοπατέρες
Όταν όλες οι Ευρωπαϊκές χώρες απελευθέρωναν τις οικονομίες τους η δήθεν προοδευτική αριστερά με κυρίαρχο τον Α.Παπανδρέου επέμεινε σε σοβιετικού τύπου κρατικιστικά μοντέλα, φυσικά για να διορίζει και να ψηφοθηρεί. Αυτό είναι και ένα μεγάλο αίνιγμα γιατί ο Α.Παπανδρέου ακαδημαϊκά κάθε άλλο από κρατιστής οικονομολόγος ήταν. Κάθε άλλο, είχε την φήμη του εκσυγχρονιστή και μεταρρυθμιστή. Αντί αυτού ενθάρρυνε εργατοπατέρες που μόνο τα συμφέροντα των εργαζομένων και της κοινωνίας δεν υπηρετούσαν και ντόπαραν τους πολίτες με το «Ο λαός στην εξουσία». Το δημόσιο χρησιμοποιήθηκε ως κομματικό τσιφλίκι και ο διορισμός για να μειώσει την ανεργία προσθέτοντας ψήφους και χρέη. Η δήθεν προοδευτική ιδεολογία του είχε επικρατήσει απόλυτα, με κύριο δεκανίκι τους εκδότες επιχειρηματίες/κατασκευαστές που παίρνανε όλες τις δουλειές.

Η διαφθορά έγινε κυρίαρχο στοιχείο της καθημερινότητας του πολίτη. Το μεγαλύτερο μηντιακό-οικονομικό σκάνδαλο της μεταπολίτευσης η αγορά της τράπεζας Κρήτης από τον Κοσκωτά θα γίνει προπομπός των υπολοίπων. Όπως και το περίφημο «είπαμε να κάνει ένα δωράκι στον εαυτό του αλλά όχι και 500εκ», σχετικά με τις μίζες για εξοπλιστικά.
Οι πολίτες αναγκάστηκαν να προσαρμοστού,ν για να επιβιώσουν στο έκτρωμα του πελατειακού κράτους που αν και δημιούργησε η δεξιά, γιγάντωσε ο Α.Παπανδρέου.
“Καταστροφική για τον τόπο η οικονομική πολιτική του. Πολιτικά όμως ήταν τόσο καλή, που βρήκε μιμητές στη ΝΔ και τον Κώστα Καραμανλή”
Αναμφισβήτητα η τωρινή χρεοκοπία έχει τις ρίζες τις στην πρώτη 8ετια διακυβέρνησης του Α.Παπανδρέου. Αν και μακροπρόθεσμα η οικονομική πολιτική του Α.Παπανδρέου αποδείχθηκε καταστροφική για τον τόπο, πολιτικά ήταν πετυχημένη. Τόσο πολύ που βρήκε μιμητές στην ΝΔ και τον Κ.Καραμανλή.
Απεδείχθη πως χωρίς αυτήν δεν παίρνεις την εξουσία ούτε κρατιέσαι για πολύ καιρό. Η συνταγή είναι απλή. Χρεώνεις τις επόμενες γενεές και εύχεσαι να μην σου σκάσει η βόμβα. Αλλά έσκασε.

“Πολύ δύσκολο να αποτιμήσουμε το προσωπικό πολιτικό στίγμα του Ανδρέα Παπανδρέου”
* Π.Ε. Πετράκης, Καθηγητής ΕΚΠΑ
Νομίζω ότι η οικονομική πολιτική του Α.Π. μπορεί να διακριθεί σε δύο βασικές περιόδους. Η πρώτη που περιλαμβάνει την περίοδο πριν την ανάληψη εξουσίας και φθάνει μέχρι το 1989 χαρακτηρίζεται από μία έντονη διεκδικητική στάση απέναντι στην εσωτερική δομή εξουσίας με βελτίωση του βιοτικού επιπέδου μεγάλων λαϊκών στρωμάτων, κρατικοποιήσεις, τα ΜΟΠ και τη διόγκωση της σημασίας του δημόσιου τομέα στην οικονομία που χρηματοδοτήθηκε κυρίως από τον εσωτερικό δανεισμό. Το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας επιλύθηκε κυρίως μέσω των υποτιμήσεων (1983, 1985). Η δεύτερη περίοδος 1993 – 1996 έχει αρκετά διαφορετικά χαρακτηριστικά, αφού προετοιμάζει την Ελληνική οικονομία για την ένταξή της στους αυστηρότερους θεσμούς της Ευρωπαϊκής οικονομίας. Ως αποτέλεσμα, οι επεκτατικές κεϋνσιανές αντιλήψεις υποχώρησαν, ενώ ετέθησαν οι βάσεις για την έναρξη των πρώτων αποκρατικοποιήσεων (ΟΤΕ).
Όσον αφορά στο ποια ήταν τα σωστά και λάθη στην οικονομική πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου, το ερώτημα αφορά το αποτύπωμα της οικονομικής πολιτικής του Α. Παπανδρέου με κριτήριο την ευημερία του Ελληνικού λαού. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο εάν τοποθετήσετε την πολιτική του στο ευρύτερο διεθνές πλαίσιο. Είναι οι εποχές που προετοιμάζουν τις μεγάλες συγκλίσεις που έγιναν αργότερα, στην ευρωπαϊκή οικονομία και στον δυτικό κόσμο γενικότερα, με τη βοήθεια κυρίως της επέκτασης του χρηματοπιστωτικού τομέα. Είναι λοιπόν μεταβατικές εποχές από τη χαμηλή ανάπτυξη και τον ισχυρό πληθωρισμό της δεκαετίας του1980 στο Great Moderation (παγκόσμια ομαλοποίηση των ρυθμών μεγέθυνσης) και την έναρξη της διαδικασίας συγχρονισμού των κεντρικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της δύσης στη δεκαετία του 1990 και αργότερα του 2000. Πρόκειται λοιπόν για μία ευνοημένη περίοδο διεθνούς ανόδου με αυτόνομη δυνατότητα άσκησης εσωτερικής οικονομικής πολιτικής προσαρμοσμένης στις οικονομικές δυνατότητες της χώρας. Επρόκειτο για την περίοδο με τον τέλειο συνδυασμό δυνατοτήτων και αποτελεσματικότητας των οικονομικών πολιτικών με κύριο αποτέλεσμα την άνοδο της Μεσαίας τάξης στην Ελλάδα και σε όλες τις Δυτικές Οικονομίες.

Πλεονασμός και κατασπατάληση πόρων
Ταυτοχρόνως όμως θα έπρεπε να είναι περίοδος εκσυγχρονισμού και αναδιάρθρωσης της Ελληνικής οικονομίας για την ισχυροποίηση της μελλοντικής παρουσία της.
Όμως εδώ ο πίνακας αποτελεσμάτων δείχνει πολύ χαμηλές επιδόσεις. Τα κονδύλια των διαρθρωτικών ταμείων κατευθύνθηκαν κυρίως προς εισοδηματικές ενισχύσεις και τα κίνητρα ενεργοποίησης της οικονομίας προσανατολίζονται στην παραγωγή και διεθνώς ανταγωνιστικών προϊόντων που απευθύνονται κυρίως προς την εσωτερική αγορά. Οι επενδύσεις παίρνουν τη μορφή κυρίως των έργων υποδομής και οικοδομής, που θα παίξουν μεγαλύτερο ρόλο αργότερα. Λείπουν οι επενδύσεις που θα ανανέωναν το βιομηχανικό δυναμικό της χώρας. Η εκπαίδευση ως κοινωνική επένδυση διευρύνεται αλλά απέχει από τις μελλοντικές ανάγκες του Ελληνικού ανθρώπινου δυναμικού, αφού παίρνει περισσότερο τη μορφή ποσοτικής συσσώρευσης γνώσεων και όχι της καλλιέργειας παιδείας στον σύγχρονο κόσμο. Έτσι όμως διαμορφώνεται μία κοινωνία που εάν τις ετίθετο (που της ετέθησαν) δύσκολα προβλήματα δε θα μπορούσε να τα διαχειριστεί.
Ο πλεονασμός πόρων χωρίς τη φροντίδα για τη διασφάλιση του μέλλοντος οδήγησε στην σπατάλησή τους και στη διαμόρφωση ενός ακραίου καταναλωτικού οικονομικού προτύπου που επιτάθηκε στην δεκαετία του 2000.

Ευθύνες έχει όλη η πολιτική τάξη από το 1980 ως την πτώχευση του 2010
Όλη η πολιτική τάξη που κυβέρνησε τη χώρα από το 1980 και μέχρι την πτώχευση του 2010 αναγκαστικά έχει ευθύνες. Αυτοί που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν περισσότερες.
Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν αυτοί οι πολιτικοί και η πολιτική τους ήταν αντανάκλαση των κοινωνικών επιθυμιών και απλώς εξέφραζαν πραγματικές τάσεις της κοινωνίας ή εάν είχαν και προσωπική συμβολή στη διαμόρφωση των πραγματικών δεδομένων της χώρας.
Είναι πολύ δύσκολο να αποτιμήσουμε το προσωπικό πολιτικό στίγμα του Α.Π. Αναρωτιέμαι δηλαδή μήπως η «επιτυχία» της διακυβέρνησής του δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η ακρίβεια της αντανάκλασης των επικρατουσών κοινωνικών τάσεων. Όμως και εάν έτσι είχαν τα πράγματα ο πολιτικός ως πρωτοποριακή έκφραση της κοινωνίας έχει αυξημένες ευθύνες.
Τα συνθήματα του Ανδρέα Παπανδρέου
Λαοφιλής, λαοπλάνος, ρήτορας. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν πολλά περισσότερα από ένας πρωθυπουργός της μεταπολίτευσης. Το όνομα του συνδέθηκε με το τρίπτυχο “Εθνική Ανεξαρτησία – Λαϊκή Κυριαρχία – Κοινωνική Απελευθέρωση” ενώ είναι ο πολιτικός που επέβαλλε σχεδόν το δίπολο δεξιά – αντιδεξιά στη χώρα μας αλλά και την προσωπολατρία.
Οι αντίπαλοι του Ανδρέα αναγνώρισαν τις προσπάθειές του να αποκαταστήσει μεγάλα τμήματα της κοινωνίας που είχαν υποστεί διώξεις και ταπεινώσεις από το μετεμφυλιακό κράτος και να χτίσει κράτος πρόνοιας, αλλά επέκριναν την μεγάλη αύξηση των δημοσίων δαπανών και του δημοσίου χρέους στην οικονομική του διαχείριση, τους χειρισμούς του στη δημόσια διοίκηση και την εξωτερική του πολιτική, την οποία θεωρούσαν μαξιμαλιστική και επικίνδυνη στις μεθόδους και τους στόχους της.

Από τον χώρο της Αριστεράς υπήρξαν επικρίσεις για την αθέτηση προεκλογικών υποσχέσεωνκαθώς και για το καθεστώς προσωπολατρίας με το οποίο τον περιέβαλλαν τα πλήθη των πολιτικών οπαδών του. Η προσωπολατρία που αναπτύχθηκε για τον Ανδρέα Παπανδρέου, είναι φαινόμενο μοναδικό για τη χώρα.
“Ο κ. Παπανδρέου πιστεύει ότι ο προοδευτισμός είναι ανευθυνότητα. Συρράφει ωραίες λέξεις, ηχηρές φράσεις, χτίζοντας ιδεολογίες με νεφελώματα”, έλεγε ο Παναγούλης για τον Παπανδρέου, επτά χρόνια πριν εκείνος ανέβει στην εξουσία και λίγους μήνες μετά τη διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη και την ιστορική ίδρυση του ΠΑΣΟΚ.
Στις 11 Δεκεμβρίου 1974 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έλεγε στη Βουλή “H Eλλάς ανήκει εις τον δυτικόν κόσμο”. Ο Παπανδρέου απαντούσε “Προτιμούμε να ανήκουμε εις τους Έλληνας”, μια φράση που λίγο πολύ έμελλε να γίνει ένα από τα πρώτα και κυρίαρχα συνθήματα της πολιτικής Παπανδρέου.
Η μεθόδευση των συνθημάτων
Όπως είχε αποκαλύψει πολλές φορές ο Γ. Παναγιωτακόπουλος, ο “συγκεντρωσιάρχης” του Ανδρέα Παπανδρέου, υπήρχαν συνθήματα που ακούγονταν μεθοδευμένα και στηρίζονταν επάνω στην ομιλία του τότε προέδρου του ΠΑΣΟΚ. Την αρχή έκανε ένα κομμάτι της νεολαίας του Κινήματος που παρέσερνε και το υπόλοιπο πλήθος, προωθώντας τα έτσι στον κόσμο.
Μέσα από τις υποσχέσεις και τις κλιμακούμενες συγκεντρώσεις, από το 13,58% των ψήφων το Νοέμβριο του 1974, το ποσοστό του ΠΑΣΟΚ εκτινάχθηκε σταδιακά στο 48,1% τον Οκτώβριο του 1981.

Κύριοι αντίπαλοι ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής από δεξιά και ο Χαρίλαος Φλωράκης από αριστερά. Κανείς από τους δύο όμως δεν μπορούσε να σταματήσει το ρεύμα του Παπανδρέου και να τον νικήσει στη μάχη του “μπαλκονιού”.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου επέκρινε την εξωτερική πολιτική της Νέας Δημοκρατίας σε σχέση με τις τουρκικές διεκδικήσεις, κατήγγειλε συνεχώς τη δεξιά παράταξη για την απώλεια της Κύπρουχαρακτηρίζοντας τη ΝΔ ως “αδέξια δεξιά”, ζητούσε “Ελληνοποίηση του Υπουργείου Εξωτερικών” και παράλληλα οι δικές του θέσεις στα εθνικά θέματα βρήκαν μεγάλη απήχηση σε μεγάλες και ετερόκλητες μάζες ψηφοφόρων.
Από την άλλη επέκρινε το ΚΚΕ για “δειλή στάση” σε απεργίες και κινητοποιήσεις της περιόδου 1975-1977 κατά τις οποίες οι συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ και το ίδιο το κόμμα διατύπωναν πιο “επιθετικές” απόψεις από τις αντίστοιχες του ΚΚΕ. Επί της ουσίας ο Παπανδρέου εγγυήθηκε “αμνηστία” στους ΕΑΜογενείς πολίτες, κάτι που τελικά και έγινε μετά το 1981, με μέτρα όπως την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης των ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και τη διάλυση της Χωροφυλακής.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε καταγγείλει την ομάδα των χουντικών αξιωματικών για “βιασμό της δημοκρατίας, βαρβαρότητα και εγκληματική ηλιθιότητα” σχετικά με την απώλεια της Κύπρου, αλλά πίστευε πως, απαλλαγμένο από τους χουντικούς, το σώμα των αξιωματικών ήταν “η αιχμή του οράματος της εθνικής αναγέννησης”. Έτσι, ένας δυσανάλογα μεγάλος αριθμός πολιτευτών του ΠΑΣΟΚ επί Ανδρέα Παπανδρέου ήταν απόστρατοι αξιωματικοί, και μετά το 1981 μερικοί ανέλαβαν και Υπουργοί.
Έχοντας μαζί του την πλειοψηφία των σωμάτων ασφαλείας και το μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρων, και με μεγάλο του όπλο τα “συνθήματα” και τον πύρινο λόγο, ο Ανδρέας Παπανδρέου κατάφερε να κυβερνήσει τη δεκαετία του ’80 και να βάλει τη σφραγίδα του στην ελληνική μεταπολίτευση, με όλα τα θετικά και τα αρνητικά της. Πάμε παρακάτω να δούμε τις σημαντικότερες και πιο χαρακτηριστικές ατάκες της συνθηματολογίας Παπανδρέου με τις οποίες κατάφερε να κερδίσει μεγάλες πολιτικές αναμετρήσεις της εποχής.
Η αλλαγή έρχεται
1981. Η προεκλογική εκστρατεία του Α. Παπανδρέου στηρίχτηκε σε συνθήματα όπως “Εδώ και τώρα αλλαγή” και “Η Ελλάδα στους Έλληνες”.
Ο ίδιος καλλιέργησε το προφίλ του πολιτικού που βρισκόταν σε άμεση επαφή και επικοινωνία με τα λαϊκά στρώματα ενώ συνήθως προσφωνούνταν, από φίλους και αντίπαλους, με το μικρό του όνομα, “Ανδρέας”.

Το σύνθημα της “αλλαγής” και το τρίπτυχο “Εθνική Ανεξαρτησία, Λαϊκή Κυριαρχία και Κοινωνική Απελευθέρωση” συσπείρωσε γύρω από τον Ανδρέα Παπανδρέου και το κίνημά του ένα ετερόκλητο φάσμα πολιτικών και ψηφοφόρων.
Για πολλούς η καμπάνια του 1981 αποτέλεσε και έμπνευση για τον ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα με συνθήματα όπως “ελπίδα” αντί για αλλαγή αλλά και συμμαχία με ένα δεξιό κόμμα στα πλαίσια της εθνικής απεμπλοκής από τη μνημονιακή επικυριαρχία.

Τα κεντρικά συνθήματα της περιόδου
ΠΑΣΟΚ για περήφανα γηρατειά 1981
Περήφανα γηρατειά: Όρος που εισήγαγε το ΠΑΣΟΚ στο πολιτικό λεξιλόγιο στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ο Ανδρέας Παπανδρέου αναφερόταν συχνά στους λόγους του στα “περήφανα γηρατειά” τόσο πριν από τις εκλογές του 1981 όσο και μετά, κυρίως όταν ήθελε να τονίσει τα μέτρα που είχε πάρει η κυβέρνησή του για τους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας που δεν ήταν και λίγα.

Λαός, ΠΑΣΟΚ, εξουσία 1981
Τις εκλογές της 18ης Οκτωβρίου 1981, που διεξήχθησαν από την κυβέρνηση του Γ. Ράλλη, τις κέρδισε ο Ανδρέας Παπανδρέου, με ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Στη Βουλή τότε μπήκαν μόνο τρία κόμματα που έλαβαν:
Το ΠΑΣΟΚ με 48,07% κατέλαβε 172 έδρες, η ΝΔ με 35,87% των ψήφων κατέλαβε 115 έδρες και το ΚΚΕ με 10,93% 13 έδρες. Τα υπόλοιπα κόμματα που συμμετείχαν δεν κατάφεραν να εκλέξουν κανένα βουλευτή, ενώ ο “πατέρας” του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ Εσωτερικού με τον Λεωνίδα Κύρκο, έλαβε 1,37% και δεν κατόρθωσε να μπει στη Βουλή.
Για έναν ανεξάρτητο, πολιτικοποιημένο, ακηδεμόνευτο, ακομμάτιστο συνδικαλισμό 1981
“Ο συνδικαλισμός, είναι ένα βάθρο της Δημοκρατίας. Θα προχωρήσουμε αποφασιστικά, να θεμελιώσουμε έναν ανεξάρτητο, πολιτικοποιημένο, ακηδεμόνευτο, ακομμάτιστο συνδικαλισμό”, δεσμευόταν τότε ο Ανδρέας.

Η ΕΟΚ είναι εδώ
Κεντρικά συνθήματα του Παπανδρέου ήταν επίσης τα “έξω από το ΝΑΤΟ”, |έξω από την ΕΟΚ”. Ένα ακόμα σύνθημα εναντίον της Ε.Ο.Κ. που είχε χρησιμοποιήσει ήταν το “Ε.Ο.Κ., ο λάκκος των λεόντων”.
Κατά την περίοδο διακυβέρνησής του η Ελλάδα τελικά δεν αποχώρησε από την Ε.Ο.Κ. και από το ΝΑΤΟ λόγω των κονδυλίων που εξασφάλιζε με αξιοπρόσεκτη διαπραγματευτική ικανότητα ο Ανδρέας Παπανδρέου,ενώ η σύμβαση με την αμερικανική κυβέρνηση για τις αμερικανικές βάσεις ανανεώθηκε το 1983 προβλέποντας ότι, εντός δεκαοχτώ μηνών μετά το τέλος του 1988, και οι δύο κυβερνήσεις θα είχαν δικαίωμα να κλείσουν τις βάσεις. Αυτό τελικά έγινε την περίοδο 1990-92 επί κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Λένε πως όταν ερωτήθηκε ανεπισήμως γιατί δεν βγήκε τελικά από την ΕΟΚ, ο Ανδρέας Παπανδρέου παραδέχθηκε στους στενούς του συνεργάτες πως το κόστος της εξόδου θα ήταν πολύ μεγαλύτερο για τη χώρα σε σχέση με το αντίστοιχο της παραμονής. Παρόλα αυτά, κάτι τέτοιο δεν είπε ποτέ ενώπιον του εκλογικού του κοινού.
“Δεν τον συμπάθησα, αλλά ποτέ δεν έφυγε από Διάσκεψη Κορυφής της ΕΟΚ, χωρίς να πάρει κάτι για τη χώρα του”, είχε πει η ίδια η Θάτσερ για τον Παπανδρέου και για τις διαπραγματεύσεις της εποχής.
Οι καλές του σχέσεις με τον Καντάφι και τον Αραφάτ αλλά και η κόντρα του με το Ισραήλ όξυναν τον αντιαμερικανισμό της εποχής που εξέφρασε το ΠΑΣΟΚ, πάντα υπό το πρίσμα της “εθνικής ανεξαρτησίας – εξουσίας” και υπό την “εξουσία του λαού”.
Πέραν από τη γραμμή “ανεξαρτησίας”, η πρώτη διακυβέρνηση ΠΑΣΟΚ χαρακτηρίστηκε από τις φράσεις: “Περήφανα γηρατειά” που χρησιμοποιείτο όλο και παραπάνω, ενώ σταδιακά μέχρι το ’85 περάσαμε από το “εδώ και τώρα αλλαγή” στο “ΠΑΣΟΚ για ακόμη καλύτερες μέρες”.

Στο πολιτικό λεξιλόγιο, καθιερώθηκε από το 1987 η φράση “μπάνια του λαού” που αποδίδεται στον Ανδρέα Παπανδρέου όταν στις επίμονες ερωτήσεις των δημοσιογράφων για το εάν θα γίνουν πρόωρες εκλογές εκείνος φέρεται να τους απάντησε: “Δεν θα χαλάσουμε τα μπάνια του λαού”.
Τσοβόλα δώστα όλα
Φράση-σήμα κατατεθέν του Παπανδρέου ήταν άλλωστε και το θρυλικό “Τσοβόλα δώστα όλα”.
Η ιστορία ενός θρυλικού συνθήματος
Η περίφημη φράση βγήκε από τα χείλη του τότε πρωθυπουργού, σε προεκλογική συγκέντρωση του ΠΑΣΟΚ το 1989, στο Περιστέρι.
Με υπουργούς Εθνικής Οικονομίας τους Απόστολο Λάζαρη στην αρχή και τον Γεράσιμο Αρσένη στην συνέχεια, το ΠΑΣΟΚ έδωσε μεγάλες αυξήσεις στους μισθωτούς, οι οποίες όμως συρρικνώθηκαν αμέσως από τα ογκώδη μεγέθη του πληθωρισμού της εποχής, μεγέθη που ξεπερνούσαν το 20%.
Παράλληλα κρατικοποίησε όλες σχεδόν τις προβληματικές επιχειρήσεις, και προχώρησε σε εκατοντάδες χιλιάδες προσλήψεις στο δημόσιο, ενώ έδωσε επιπλέον συντάξεις σε αρκετές κατηγορίες συνταξιούχων (αγωνιστές εθνικής αντίστασης, αναπήρους κλπ).
Η τακτική αυτή των μεγάλων παροχών οδήγησε σε κραχ. Το καλοκαίρι του 1985, αμέσως μετά τις δεύτερες νικηφόρες εκλογές για το ΠΑΣΟΚ, ο τότε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Δημήτρης Χαλικιάς ενημέρωσε σε δραματικούς τόνους ότι το ταμείο του κράτους έχει μόνο 200.000 δολάρια και το ισοζύγιο πληρωμών κλείνει με έλλειμμα 3,5 δισ.
“Χρεοκοπούμε, Πρόεδρε” ήταν η χαρακτηριστική φράση του Δ. Χαλικιά.
Ο Παπανδρέου άλλαξε άρδην πολιτική περνώντας από την πολιτική των παροχών και κρατικοποιήσεων της πρώτης τετραετίας, στην πολιτική της λιτότητας.
Ο λεγόμενος “Τσάρος της Οικονομίας” Γεράσιμος Αρσένης αντικαταστάθηκε από τον Κώστα Σημίτη. Η λιτότητα Σημίτη (1985-1988) ονομάστηκε από την τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ “Σταθεροποιητικό πρόγραμμα της οικονομίας”.

Έτσι, οι “ακόμα καλύτερες ημέρες” που υποσχόταν το Κίνημα προεκλογικά μετασχηματίσθηκαν σε περίοδο λιτότητας. Από την “σταθεροποιητική” πολιτική λιτότητας Σημίτη, ένα χρόνο πριν τις εκλογές του 1989 ο Ανδρέας Παπανδρέου άλλαξε και πάλι τακτική στον τομέα της οικονομίας.
Στην θέση του κ. Σημίτη τοποθετήθηκε ο Δημήτρης Τσοβόλας, και ξεκίνησε νέα προεκλογική περίοδο “παροχών”, με αποκορύφωμα την ιστορική φράση, στην προεκλογική συγκέντρωση στο Περιστέρι, “Τσοβόλα δώστα όλα”.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολιτικής που ακολουθήθηκε, αποτελεί το γεγονός ότι μόνο τον τελευταίο μήνα της προεκλογικής περιόδου του 1989, η κυβέρνηση προχώρησε στον διορισμό 180.000 ατόμων στο δημόσιο, λαμβάνοντας παράλληλα πλήθος δανείων από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού.
Το 1988, η φράση που έμεινε στην ιστορία ήταν το “Mea culpa”
Εδώ δεν έχουμε σύνθημα αλλά μια φράση που έγραψε τη δική της ιστορία. Ήταν η εποχή της προσπάθειας μιας ελληνοτουρικής προσέγγισης ανάμεσα στον Ανδρέα Παπανδρέου με τον τότε Τούρκο πρόεδρο Τουργκούτ Οζάλ.
Ένα χρόνο πριν την οικονομική κρίση, την κλιμάκωση της οποίας περιγράψαμε παραπάνω και λίγο μετά την περίφημη συνάντηση στο Νταβός στο κοινό ανακοινωθέν οι δυο τους μιλούσαν για τις προσπάθειες ειρηνικών σχέσεων των δύο χωρών, με τον Ανδρέα Παπανδρέου να δηλώνει ότι συμφώνησαν να μπει στο “ράφι” το Κυπριακό.
Η φράση “Mea culpa” ειπώθηκε στη Βουλή τον Ιούνιο του 1988 σε μια θυελλώδη συνεδρίαση.
Τότε, βουλευτής της Ν.Δ. τού είπε “εσείς το είπατε αυτό” (για το “ράφι”).
Ανδρέας: “Όχι με τη δική σας έννοια”.
Μητσοτάκης: “Εσείς το είπατε αυτό”.
Ανδρέας: “Mea culpa”, σας ευχαριστεί;
Μητσοτάκης: “Mea culpa”, εντάξει, αλλά εσείς το είπατε.
Ανδρέας: “Εγώ, όταν βάζω τα βιβλία στο ράφι, κ. Μητσοτάκη, τα ξαναβγάζω. Εσείς τα αφήνετε”.
“Το όνομα μας, η ψυχή μας”
Στις 18-9-1993, σε μια τεράστια προεκλογική συγκέντρωση στην Παραλία Θεσσαλονίκης, ο Ανδρέας Παπανδρέου πήρε θέση για το ζήτημα του ονόματος της ΠΓΔΜ: “Το Όνομά μας είναι η ψυχή μας”. Ένα σύνθημα για το οποίο πρέπει να γίνει ιδιαίτερη μνεία.
Στις 7-10-1993, στην τελευταία μεγάλη συγκέντρωση εκείνης της προεκλογικής περιόδου, στην Αθήνα αυτή τη φορά, ο Ανδρέας Παπανδρέου καθορίζει δημόσια την εθνική κόκκινη γραμμή:
“Δεν αναγνωρίζουμε κανένα κράτος με το όνομα “Μακεδονία” ή παράγωγά του, στα βόρεια σύνορά μας”, ανέφερε μπροστά από ένα κοινό που του έδινε και πάλι “ψήφο εμπιστοσύνης”.
Μετά από λίγες ημέρες, στις Εκλογές της 10ης Οκτωβρίου 1993, εκλέχθηκε πρωθυπουργός.

Στις 16-2-1994, αποφάσισε να κηρύξει εμπάργκο στη ΠΓΔΜ, κλείνοντας τα Ελληνικά Σύνορα για μεταφορά προϊόντων και πετρελαίου. Το εμπάργκο του Ανδρέα Παπανδρέου ανάγκασε την τότε κυβέρνηση της ΠΓΔΜ να αλλάξει σημαία και να εγκαταλείψει τον Ήλιο της Μακεδονίας, να αποκηρύξει αλυτρωτικά άρθρα του Συντάγματος και να αναγνωρίσει την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδος μπαίνοντας σε διαπραγματεύσεις υπό τη μεσολάβηση του ΟΗΕ
Υπό αυτό το πνεύμα υπογράφηκε στις 13-9-1995 η λεγόμενη “Ενδιάμεση Συμφωνία”, μέχρι να επέλθει η “Τελική” με τη νέα ονομασία της χώρας, βάσει της Ευρωπαϊκής Συνόδου Κορυφής της Λισσαβόνας (26-6-1992). Από τον θάνατο του Παπανδρέου και μετά η ΠΓΔΜ έχει κερδίσει 120 διμερείς αναγνωρίσεις υπό το όνομα “Μακεδονία”, ενώ το επίσημο όνομα που έχει λάβει είναι το πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.
Μπόνους. Ο διορατικός λόγος του Παπανδρέου
28 Ιουλίου 1992: η Βουλή των Ελλήνων κυρώνει τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, που γέννησε το κοινό νόμισμα, πριν καν περάσουν δύο χρόνια από την επανένωση της Γερμανίας, τον Οκτώβριο του 1990. Ο Α. Παπανδρέου σαν αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ψηφίζει την κύρωση της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Το παρακάτω απόσπασμα από την ομιλία του, ήταν για πολλούς μια “προφητική” εκτίμηση των όσων έγιναν μετά από μερικά χρόνια:
“Πορευόμαστε προς μια ευρωπαϊκή Γερμανία, ή προς μια Γερμανική Ευρώπη;
Ήδη προβλέπονται, έστω και αν δεν ομολογούνται, δύο ταχύτητες στην Ενωμένη Ευρώπη, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη μας το τεράστιο κοινωνικό κόστος και τις εκρηκτικές κοινωνικές καταστάσεις, τις οποίες θα αντιμετωπίζουμε σε αυτήν την πορεία, τουλάχιστον για τις χώρες του Νότου.
Θα πρέπει ο Έλληνας πολίτης να ξέρει τι να περιμένει στο τέλος της πορείας, αλλά και τι θα έχει καταβάλει για να φθάσει στο τέρμα αυτής της δύσκολης και άνισης πορείας.
Σοβεί πάντα η σύγκρουση βορρά και νότου και αυτό γιατί η ενιαία αγορά στην απουσία μιας άλλης πολιτικής σύγκλισης και συνοχής πολύ υψηλότερου επιπέδου, οξύνει τις αντιθέσεις, οξύνει τις ανισότητες”.
Απαντώντας ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, είχε εκφράσει την πεποίθηση πως η Γερμανία έχει ακολουθήσει και θα ακολουθήσει τον “ευρωπαϊκό δρόμο της ισότητας”.
Ασχέτως χειρισμών στα εξωτερικά θέματα αλλά και στον δημοσιονομικό τομέα, ο Ανδρέας Παπανδρέου, ήταν ένας διορατικός πολιτικός, κάτι που φαίνεται και μέσα από τους λόγους που εκφωνούσε στο ελληνικό κοινοβούλιο.
Οι γυναίκες του Ανδρέα Παπανδρέου
Η ανάλυση της προσωπικότητας ενός ανθρώπου ονόματι Ανδρέας Παπανδρέου, αποτελεί από μόνη της αρκετά πολύπλοκη διαδικασία. Πολλώ δε μάλλον σε μια εποχή που η οικονομική (βάλε και κοινωνική, αξιών κτλ. Κτλ.) κρίση κάνει τους ανθρώπους εξαιρετικά επιρρεπείς στην αποδόμηση και την απαξία. Η εικόνα που έχει κανείς στην Ελλάδα για τον ηγέτη και ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ είναι μάλλον αυτή ενός μπαλκονιού και εκατομμυρίων οπαδών με πράσινες σημαίες να αποθεώνουν την αδιαμφισβήτητη ρητορική του δεινότητα. Έχοντας όμως περάσει 20 χρόνια από το θάνατό του και έτι περισσότερα από την περίοδο που έφερε την περιβόητη “αλλαγή” στην Ελλάδα, αναλαμβάνοντας την εξουσία, ο άνθρωπος Ανδρέας Παπανδρέου, ίσως ξεθωριάζει στην συλλογική μνήμη.
Ο Ανδρέας, γιος ενός πολιτικού που σημάδεψε την περασμένη γενιά από τη δική του, ο Παπανδρέου ακαδημαϊκός, μα κυρίως ο Ανδρέας Παπανδρέου ως άνδρας. Είναι γνωστό τοις πάσι πως η βιβλιογραφία για την πολιτική του, την εποχή της παντοκρατορίας του ή ακόμη και την πολιτική βιογραφία του είναι αναρίθμητη. Εκείνο που ίσως είναι λιγότερο γνωστό, είναι πως ο Ανδρέας δεν ενέπνευσε μόνο τους πολιτικούς αναλυτές, τους ιστορικούς και τους δημοσιογράφους να γράψουν για εκείνον… προκάλεσε τον ίδιο συγγραφικό οίστρο και για τις τρεις επίσημες συζύγους του.
Τρεις σύζυγοι, τρία βιβλία για τη ζωή του Ανδρέα Παπανδρέου
Το κεφάλαιο γυναίκες στη ζωή του Ανδρέα Παπανδρέου είναι αρκετά πλούσιο, πολλοί θα το χαρακτήριζαν σκανδαλωδώς πιπεράτο. Ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ παντρεύτηκε τρεις φορές, συνδέθηκε βέβαια ερωτικά δεκάδες (όπως μαρτυρούν και οι αναφορές των συζύγων του) και αποτέλεσε τον μοναδικό Έλληνα πρωθυπουργό που απασχόλησε για χρόνια ολόκληρα με τα εξωσυζυγικά του καμώματα και μάλιστα την περίοδο της πρωθυπουργίας του.
Ο Ανδρέας είχε επίγνωση της αδυναμίας του στο γυναικείο φύλο. Είχε πάει και σε ψυχίατρο πριν παντρευτούμε να το συζητήσει
Μάλιστα, η Μαργαρίτα Παπανδρέου, εξηγεί πως το πάθος του για τις γυναίκες τον είχε οδηγήσει ακόμη και στο κρεβάτι του ειδικού, αναζητώντας απαντήσεις για αυτή του την “αδυναμία στο γυναικείο φύλο”. “Ο Ανδρέας είχε επίγνωση της αδυναμίας του στο γυναικείο φύλο. Είχε πάει και σε ψυχίατρο πριν παντρευτούμε να το συζητήσει. Ο ψυχίατρος τον ρώτησε αν τον επηρέαζε με κάποιο τρόπο στην επαγγελματική του καριέρα. Όταν απάντησε “όχι”, ο φοβερός γιατρός αποκρίθηκε πως δεν έχρηζε ψυχιατρικής βοήθειας” σημειώνει χαρακτηριστικά στο βιβλίο της. Από την άλλη, η πρώτη του γυναίκα, Χριστίνα Ρασσιά, έδειχνε πάντα να απορεί για αυτή τη φήμη του Δον Ζουάν: “Σε όλα τα χρόνια που ήμασταν μαζί, δεν είδα σε αυτόν κανένα χαρακτηριστικό εραστή” σημειώνει στο βιβλίο της.

Διαβάζοντας για τον Ανδρέα Παπανδρέου όμως, μέσα από τα μάτια των συντρόφων του, όσο κι αν έχουμε διδαχθεί να μας έλκουν περισσότερο την προσοχή τα μικρά ή μεγάλα ερωτικά σκάνδαλα, δεν μπορεί κανείς να μην παρατηρήσει κάτι διαφορετικό. Μέσα από τις σελίδες τριών βιβλίων, μπορεί κανείς να διαβάσει την ιστορία μιας από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της Ελλάδας τον 20ο αιώνα, από ένα πρίσμα που κανένα άλλο βιβλίο δεν μπορεί να προσφέρει. Αυτό του απλού ανθρώπου, του συζύγου στην καθημερινότητα. Μια καθημερινότητα που περιλαμβάνει δύο δικτατορίες και ισάριθμες αυτοεξορίες, πολιτικές μάχες, εξουσία και παιχνίδια εξουσίας, δοσμένες στην καθημερινότητα, όπως τη “διάβαζαν” άνθρωποι που βρίσκονταν πολύ κοντά στον πολιτικό άνδρα, που φέρει το όνομα Ανδρέας Παπανδρέου.
Ο Ανδρέας μέσα από τα μάτια των συζύγων του
Κάπως έτσι αποφασίσαμε να διηγηθούμε την ιστορία του, από την αρχή σχεδόν και συγκεκριμένα την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά, ξεφυλλίζοντας τα βιβλία των τριών γυναικών του: Της Χριστίνας Ρασσιά, πρώτης συζύγου και μάλλον λιγότερο γνωστής για τη σχέση της με τον Παπανδρέου, της Μαργαρίτας Παπανδρέου, γυναίκας με την οποία ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του και απέκτησε τέσσερα παιδιά και φυσικά της τελευταίας συζύγου του, ως το θάνατό του, Δήμητρας Λιάνη-Παπανδρέου.
Ο Τρότσκι, ο Μεταξάς και το ταξίδι στην Αμερική
Τα ίχνη του Ανδρέα Παπανδρέου κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και στη μεταπολεμική περίοδο χάνονται στην Αμερική, όπου και φτάνει λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος την άνοιξη του 1940. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της “Δέκα χρόνια σύζυγος του Ανδρέα Παπανδρέου”, η Χριστίνα Ρασσιά, φωτίζει πολλές αθέατες πτυχές της ζωής του πριν επιστρέψει οριστικά στην Ελλάδα και αποφασίσει να ασχοληθεί με την πολιτική.
Ο πρώτος γάμος του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν με την Χριστίνα Ρασσιά το Φλεβάρη του 1941
Ο Ανδρέας Παπανδρέου γνωρίζει την πρώτη του σύζυγο στο Μανχάταν. Εκείνος μένει στο Διεθνές Σπίτι και ξεκινά τις σπουδές του, εκείνη σπουδάζει και εργάζεται. Έχει “φτάσει στις ΗΠΑ για σπουδές και για να ξεφύγει από την αστυνομία που τον είχε για μαρξιστή ταραξία” σημειώνει στο βιβλίο της η Ρασσιά. Ελληνίδα της ομογένειας, με καταγωγή από τη Σπάρτη, η Χριστίνα αν και κατάγεται από αυτό που λέμε “μεγάλη” οικογένεια, είναι μια σχετικά φτωχή – όπως λέει η ίδια – γυναίκα στην Αμερική της δεκατίας του ’40. Ο πατέρας υπήρξε ιδιοκτήτης τριών εστιατορίων στο Κονέκτικατ, τα οποία έχασε την περίοδο της μεγάλης ύφεσης του 1929. Η Χριστίνα μετακομίζει στο Μανχάταν και φοιτά στο πανεπιστήμιο του Νιου Χάμσαιρ, ενώ παράλληλα εργάζεται ως βοηθός για έναν ακόμη επιφανή Έλληνα, το γιατρό Γεώργιο Παπανικολάου.
Στις σελίδες του “10 χρόνια σύζυγος του Ανδρέα Παπανδρέου” ανακαλύπτουμε πτυχές της ζωής του, από την παιδική ακόμη ηλικία. Υπήρξε για παράδειγμα ιδιαίτερα αντιδραστικός σαν παιδί. Συγκεκριμένα, σε κάποιο σημείο του βιβλίου, αναφέρεται πως ο Ανδρέας ήταν τελευταίος της τάξης του στην Πέμπτη Δημοτικού και κινδύνευε να χάσει τη χρονιά. Χρειάστηκε η αυστηρή παρέμβαση του πατέρα του, που ταρακούνησε τον μικρό Ανδρέα, η εικόνα του οποίου άλλαξε άρδην στη συνέχεια με αποτέλεσμα να εισέλθει στη Νομική Αθηνών. Από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι περιγραφές της Χριστίνας Ρασσιά στην οικογένεια Παπανδρέου. Δεν θα ήμασταν υπερβολικοί αν αναφέραμε το γνωμικό το “μήλο κάτω απ’ τη μηλιά θα πέσει” για τον Ανδρέα και τον πατέρα του Γεώργιο Παπανδρέου. Ο γέρος της Δημοκρατίας είχε χωρίσει από τη σύζυγό του και μητέρα του Ανδρέα, για τον έρωτα της πρωταγωνίστριας του Εθνικού, Κυβέλης και έτσι ο Παπανδρέου έμενε μόνος με τη μητέρα του, Σοφία Μινέικο.
Η ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΜΙΝΕΙΚΟ
Η οικογένεια της Σοφίας Μινέικο-Παπανδρέου ήταν και εκείνη που σαγήνευε περισσότερο τη Χριστίνα Ρασσιά, στις πρώτες συζητήσεις με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Η ευγενική της καταγωγή και ίσως η χορευτική δεινότητα του νεαρού Ανδρέα. Η Ρασσιά περιγράφει με ενθουσιασμό πως οι αδερφές της μητέρας του Παπανδρέου είχαν όλες παντρευτεί με πρίγκιπες της Πολωνίας των οικογενειών Ποτότσκι και Γιαμπλονόφσκι και μοιάζει λιγότερο ενθουσιώδης για τα πολιτικά πιστεύω του Ανδρέα. Παρόλα αυτά, σημειώνει πως από την αρχή της γνωριμίας τους, ο Ανδρέας Παπανδρέου δήλωνε θαυμαστής του Λέοντος Τρότσκι, ενώ θεωρούσε τον Ιωσήφ Στάλιν “χοντροκέφαλο, βλάκα και άξεστο χωρικό που πρόδωσε την Επανάσταση”.

Μία από τις σπάνιες φωτογραφίες του Ανδρέα Παπανδρέου με την πρώτη του γυναίκα, Χριστίνα Ρασσιά
Σε όλο το βιβλίο της Ρασσιά, διακρίνει κανείς μια διάχυτη απέχθεια, ένα παράπονο που δεκαετίες μετά το χωρισμό δεν μοιάζει να απαλύνει. Ακόμη κι όταν περιγράφει το περιστατικό της σύλληψής του από το καθεστώς Μεταξά, που τον οδήγησε στην Αμερική, φροντίζει να δηλητηριάσει την εικόνα του νεαρού επαναστάτη. “Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε οργανώσει με μια ομάδα συντρόφων του αντιδικτατορική δράση, όταν συνελήφθη και προσήχθη στην ασφάλεια. Τον βασάνισαν, του έσπασαν το σαγόνι και τον έφεραν ενώπιον της μητέρας του σε κακό χάλι προκειμένου να υπογράψει δήλωση μετανοίας”, αναφέρει η Ρασσιά και συμπληρώνει πως παράλληλα ο Ανδρέας “έδωσε ονόματα ορισμένων από τους συντρόφους του” προκειμένου να αφεθεί ελεύθερος. Όπως ισχυρίζεται μάλιστα η πρώτη σύζυγός του, ένας από τους συντρόφους του συνελήφθη, εξορίστηκε και τελικά εκτελέστηκε, γεγονός που βάραινε ιδιαίτερα τον Ανδρέα Παπανδρέου στα πρώτα του χρόνια στις ΗΠΑ.
Χριστίνα, οι σοσιαλιστές πιστεύουν στην ισότητα των φύλων. Θα μοιραζόμαστε τα πάντα, τη δουλειά μας, ότι έχουμε
Παρά το γεγονός πως περιγράφει τη γνωριμία τους μάλλον υποτονικά και χωρίς ούτε δείγμα ενθουσιασμού, η Ρασσιά που προσπαθεί να “ξεφύγει” από το δικό της προσωπικό οικογενειακό δράμα, δέχεται να παντρευτεί τον Ανδρέα Παπανδρέου. Η μόνη της ένσταση όπως λέει, ήταν πως ήθελε να εξακολουθήσει τις σπουδές της και να γίνει γιατρός. “Χριστίνα, οι σοσιαλιστές πιστεύουν στην ισότητα των φύλων. Θα μοιραζόμαστε τα πάντα, τη δουλειά μας, ότι έχουμε” της είχε απαντήσει τότε ο Ανδρέας Παπανδρέου, φράση που η Ρασσιά θα έρθει να σαρκάσει στη διάρκεια της συμβίωσής τους δεκάδες φορές. Έτσι παντρεύονται τον Φεβρουάριο του 1941, με την ευτυχή σύζυγο να παρατηρεί πως ο γάμος τους τράβηξε ιδιαίτερα τα φώτα της ομογένειας στη Νέα Υόρκη, καθώς μια “φτωχή Ελληνίδα” παντρεύεται τον γιο του Γεώργιου Παπανδρέου.
ΜΙΑ ΘΝΗΣΙΓΕΝΗΣ ΣΧΕΣΗ
“Έπρεπε να δώσω την εντύπωση ανάλαφρης, σοφιστικέ, απελευθερωμένης, έμπειρης γυναίκας και από πίσω μου φερόταν σαν σε Ελληνίδα χωριατοπούλα που το σεντόνι της έπρεπε να εκτεθεί σε κοινή θέα” σημειώνει η πρώτη σύζυγος του Παπανδρέου, για τον τρόπο που την αντιμετώπιζε, ενώ μοιάζει ιδιαίτερα ενοχλημένη με το γεγονός πως ο μέχρι πρότινος μέλλοντας σύζυγός της δεν ήθελε να έχουν σεξουαλικές επαφές πριν το γάμο.
Μετακομίζουν στο Κέιμπριτζ, όπου ο Ανδρέας Παπανδρέου συνεχίζει τις σπουδές του, ενώ η ίδια μένει αρχικά σπίτι. Φτάνοντας στην πόλη αναζητούν έπιπλα για το νέο τους σπιτικό και είναι πολύ χαρακτηριστικό της δυσκολίας τους να συμβιώσουν, ένα περιστατικό που περιγράφει η ίδια στο βιβλίο της. Επισκέπτονται μαζί ένα κατάστημα επίπλων, όπου διαλέγει έναν καναπέ. Όταν όμως η εταιρία στέλνει το έπιπλο σπίτι τους εκείνη διαπιστώνει “με φρίκη” πως δεν είναι εκείνο που επιθυμούσε. Όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου της εξηγεί πως επέλεξε κάτι άλλο, για οικονομικούς λόγους, εκείνη αισθάνεται όπως λέει συντετριμμένη από την προδοσία.
Έπρεπε να δώσω την εντύπωση ανάλαφρης, σοφιστικέ, απελευθερωμένης, έμπειρης γυναίκας και από πίσω μου φερόταν σαν σε Ελληνίδα χωριατοπούλα που το σεντόνι της έπρεπε να εκτεθεί σε κοινή θέα
Τα πρώτα χρόνια περνούν με τον Ανδρέα να δέχεται συχνά επισκέψεις από τους δύο επιστήθιους φίλους του στην Αμερική, τον Ρωμύλο Μακρίδη και τον Πήτερ Σιφναίο. Η Χριστίνα Ρασσιά περιγράφει πόσο την ενοχλεί το γεγονός πως είναι υποχρεωμένη να μαγειρεύει για όλους, αλλά και την έντονη διαμάχη που έχει με τους φίλους του συζύγου της σε διάφορα θέματα. Όπως μάλιστα εξηγεί, κάποιο από τα βράδια της παραμονής της παρέας στο σπίτι, η ένταση της συζήτησης αναγκάζει την ιδιοκτήτρια του να τους ζητήσει να φύγουν, πράγμα που όντως συμβαίνει.
Η Χριστίνα Ρασσιά περιγράφει τη συμπεριφορά της όλο και πιο απόμακρη, ενώ εξηγεί πως έπειτα από κάποιο διάστημα δεν επιθυμεί να συνευρεθεί ερωτικά με τον Ανδρέα Παπανδρέου, γεγονός που προκαλεί τριβές στις σχέσεις τους. “Όταν σου ζήτησα να παντρευτούμε, δεν περίμενα ότι θα παντρευόμουν ένα ερείπιο” αναφέρει πως της λέει εκνευρισμένος. Στο σημείο αυτό, παραθέτει ένα ακόμη στοιχείο στην προσπάθειά της να μειώσει τη φήμη του μετέπειτα διάσημου άνδρα της και να “αποδείξει” κατά κάποιο τρόπο τα ποταπά του αισθήματα. “Κάποια στιγμή ανακάλυψε μια γυναίκα που ζούσε απέναντι και είχε τη συνήθεια να γδύνεται με τις κουρτίνες ανοιχτές” σημειώνει και αναφέρει πως ο τότε άνδρας της περνούσε ώρες ατελείωτες στην κουζίνα με την ελπίδα να δει εκείνη τη γυναίκα γυμνή.
ΤΟ ΨΥΧΟΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ
“Στη διάρκεια των δέκα χρόνων του γάμου μας, περισσότερο ανθρώπινος ήταν την εποχή που υπηρετούσε – είχε καταταγεί στον αμερικανικό ναυτικό – επειδή οι κανόνες του Ναυτικού λειτουργούσαν σαν χαλινάρια του εγώ του και για πρώτη φορά στη ζωή του έπρεπε να ζήσει με κάποιος περιορισμούς” γράφει σχεδόν αηδιασμένη. Όλη αυτή η αρνητική εικόνα του Ανδρέα Παπανδρέου, διάχυτη σε όλο το κείμενο, έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με την αντίδρασή της Ρασσιά όταν εκείνος της ζητά να χωρίσουν.
Οι ερωτικές περιπέτειές του δεν σημαίνουν ότι του αρέσουν οι γυναίκες. Βασικά, τις φοβάται τις γυναίκες και διαλέγει μόνο αυτές στις οποίες μπορεί να κυριαρχήσει
Ο Ανδρέας Παπανδρέου γνωρίζει τη Μαργαρίτα Τσαντ και η έλξη είναι κεραυνοβόλα. Η έντονη αντίδραση όμως της Χριστίνας Ρασσιά τον αναγκάζει να μείνει στο γάμο του, έπειτα και από συμβουλή ψυχιάτρου, τρία χρόνια ακόμη και σχεδόν να χάσει την γυναίκα της ζωής του (ή τέλος πάντων μία από αυτές), η οποία στο μεταξύ παντρεύεται έναν Αμερικανό. Όταν ο χωρισμός είναι πια τελεσίδικος, η Χριστίνα Ρασσιά, όπως σημειώνει στο βιβλίο της, συνειδητοποιεί ότι τον αγαπά. Μια αποκάλυψη που μοιάζει ιδιαίτερα αντιφατική με όλη την περιγραφή της σχέσης τους, αλλά και του χαρακτήρα που σκιαγραφεί η ίδια, για τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Ο πραγματικός Ανδρέας είναι ανίκανος να νοιαστεί αληθινά για οποιονδήποτε και κυρίως για τη γυναίκα της ζωής του
“Βλέπει τον κόσμο σαν ένα γιγαντιαίο μαστό που μοναδικός προορισμός του είναι να τον ικανοποιεί” σημειώνει στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου της σε ένα ψυχογράφημα του Παπανδρέου. “Ο πραγματικός Ανδρέας είναι ανίκανος να νοιαστεί αληθινά για οποιονδήποτε και κυρίως για τη γυναίκα της ζωής του” σημειώνει και αποδίδει μέρος των ψυχολογικών του προβλημάτων στο γεγονός πως κοιμόταν ως τα 12 του χρόνια με τη μητέρα, γεγονός που της είχε αποκαλύψει η ίδια, όπως αναφέρει.
“Οι ερωτικές περιπέτειές του δεν σημαίνουν ότι του αρέσουν οι γυναίκες. Βασικά, τις φοβάται τις γυναίκες και διαλέγει μόνο αυτές στις οποίες μπορεί να κυριαρχήσει” σημειώνει και αναφέρει με ιδιαίτερη σκληρότητα: “Είμαι σίγουρη πως δεν δίνει δεκάρα για το πόσο ταπεινώνει τη γυναίκα του με τις περιπέτειές του. Η γυναίκα του πρέπει να είναι παχύδερμο για να ανέχεται αυτά που της κάνει”. Αναφέρεται φυσικά στη δεύτερη γυναίκα του, τη Μαργαρίτα και τις συνεχείς απιστίες που αποδεδειγμένα τις… προσέφερε.
Η Μαργαρίτα και η “αλλαγή”
Το καλοκαίρι του ’51, ο γάμος του Ανδρέα Παπανδρέου με τη Χριστίνα Ρασσιά βαίνει προς ένα τέλος και ξεκινά αμέσως ο έγγαμος βίος με τη Μαργαρίτα Τσαντ. Η Αμερικανίδα από το Σικάγο, περιγράφει τη γνωριμία τους, τρία χρόνια νωρίτερα, σαν βγαλμένη από ερωτική κομεντί. Οι περιπέτειες του Παπανδρέου με τον πρώτο γάμο του, χωρίζουν τους δρόμους τους, όταν τρία χρόνια αργότερα θα συναντηθούν τυχαία και πάλι. Έπειτα από δύο συνοπτικά διαζύγια, παντρεύονται στις 30 Αυγούστου 1951 στο Ρίνο της Νεβάδα.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου παντρεύεται τη Μαργαρίτα Τσαντ, τον Αύγουστο του 1951
Η Μαργαρίτα Τσαντ γεννήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου του 1923 στην πόλη Oak Park, προάστιο του Σικάγο, είναι η μεγαλύτερη από πέντε κόρες ενός πεζονάυτη. Από φτωχή οικογένεια, έκανε πολλές δουλειές του “ποδαριού” – σερβιτόρα, μπέιμπι σίτερ, βοηθός νοσοκόμας – προκειμένου να ολοκληρώσει τις σπουδές δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα.
Όταν ήμουν μικρό κορίτσι, μεγαλώνοντας σ’ ένα προάστιο του Σικάγου, δε γνώριζα τίποτα για την Ελλάδα. Σχεδόν αγνοούσα την ύπαρξη άλλων χωρών πέρα από την Αμερική
“Όταν ήμουν μικρό κορίτσι, μεγαλώνοντας σ’ ένα προάστιο του Σικάγου, δε γνώριζα τίποτα για την Ελλάδα. Σχεδόν αγνοούσα την ύπαρξη άλλων χωρών πέρα από την Αμερική” αναφέρει στην εισαγωγή του βιβλίου της, πριν τη γνωριμία με τον Ανδρέα και συνεχίζει: “Η δασκάλα μου της τρίτης δημοτικού στο δημόσιο σχολείο Ουάσινγκτον -η δεσποινίς Κοέν- ήταν εκείνη που γνώρισε σε μένα και στην υπόλοιπη τάξη την Ακρόπολη και τη χώρα που ονομαζόταν «λίκνο της δημοκρατίας»”

“Η έλξη ανάμεσα στον Ανδρέα και σε μένα, καθώς προχωρούσε η συζήτηση πίνοντας κοκτέιλ, έλαμπε σαν τα ζεστά κάρβουνα της φωτιάς” σημειώνει για τη γνωριμία τους που έγινε στον προθάλαμο ενός οδοντιατρείου που διατηρούσε ένας Ελληνοκύπριος στη Μινεσότα. “Ο άντρας που καθόταν απέναντί μου φαινόταν ξένος. Αποφάσισα να του κάνω μια ερώτηση: “Μήπως ξέρετε γαλλικά;”. Η απάντησή του ήταν ένα ευγενικό και εγκάρδιο “Ναι”, ενώ σηκώθηκε από τη θέση του και κάθισε δίπλα μου και με ευκολία μου είπε τη γαλλική πρόταση που χρειαζόμουν” σημειώνει για την πρώτη γνωριμία με τον 29χρονο τότε Ανδρέα.
Τα πρώτα χρόνια του γάμου τους, ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν σκέφτεται να επιστρέψει στην Ελλάδα και κάνει ακαδημαϊκή καριέρα προεδρεύοντας του Τήματος Οικονομικής Επιστήμης στο πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ. Όπως σημειώνει η Μαργαρίτα από τις αίθουσες των μαθημάτων του περνά όλη η μετέπειτα γενιά των επιφανών οικονομολόγων των ΗΠΑ. Εκεί το ζευγάρι γνωρίζει τους οικονομολόγους Τζον Γκάλμπρεϊθ και Καρλ Κάιζεν με τους οποίος συνδέονται με στενή φιλία.
Από την αίθουσα διδασκαλίας του Παπανδρέου θα περάσουν οι επιφανέστεροι οικονομολόγοι της επόμενης γενιάς
Η Μαργαρίτα μοιάζει να έχει εντελώς διαφορετική εικόνα για τον Ανδρέα Παπανδρέου από την πρώτη του σύζυγο. Συμμερίζεται τις ανησυχίες και τις πολιτικές του ιδέες, γοητεύεται από τον ακαδημαϊκό Ανδρέα και αποφασίζει να τον ακολουθήσει όπου κι αν βρεθεί. Η ζωή τους στην Αμερική κυλά όμορφα, ενώ αποκτούν και τα τέσσερά τους παιδιά, πριν έρθει το κάλεσμα από την Ελλάδα.
Στο τελευταίο της βιβλίο “Έρωτας και Εξουσία” η Μαργαρίτα Παπανδρέου περιγράφει πως βλέπει από πολύ νωρίς τις ηγετικές ικανότητες του άνδρα της και τον παρακινεί να δεχτεί την πρόταση του τότε πρωθυπουργού και πολιτικού αντιπάλου του πατέρα του, Κωνσταντίνου Καραμανλή, να αναλάβει τη διεύθυνση του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών. Σύσσωμη η οικογένεια Παπανδρέου αποβιβάζεται στο λιμάνι του Πειραιά το 1959.
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Γρήγορα ο Ανδρέας Παπανδρέου θα εμπλακεί στα πολιτικά πράγματα της χώρας, μέσα από την Ένωση Κέντρου, της οποία ηγείται ο πατέρας του Γεώργιος και φυσικά θα λάβει χαρτοφυλάκιο μετά τη θριαμβευτική νίκη του τελευταίου στις εκλογές του 1964. Η σύζυγός του, αν και έχει να αντιμετωπίσει ένα εντελώς νέο περιβάλλον σε μια χώρα πολύ μακριά από την πατρίδα της, συνοδεύει τον Ανδρέα σε κάθε εκδήλωση στην οποία πρέπει να βρίσκεται δίπλα του και παρακολουθεί από κοντά τα γεγονότα της Αποστασίας που θα ρίξουν τον γέρο της Δημοκρατίας από τον πρωθυπουργικό θώκο.

Στο βιβλίο η Μαργαρίτα διαψεύδει κάθε κατηγορία σε βάρος του συζύγου της, ενώ σημειώνει πως τα δημοσιεύματα για την περιβόητη ΑΣΠΙΔΑ και τις επιδιώξεις του Ανδρέα να αναλάβει την εξουσία, στο δεδομένο πολιτικό χρόνο, υπήρξαν εντελώς ανυπόστατα.
Η δικτατορία αναγκάζει την οικογένεια να δραπετεύσει στη Σουηδία και μετέπειτα στον Καναδά
Ο έγγαμος βίος ως και τη μεταπολίτευση, περιγράφεται από τη Μαργαρίτα περίπου ειδυλλιακά, ακόμη και σε περιόδους δύσκολες, όπως η νύχτα της ανατροπής της δημοκρατίας, το 1967. Η νύχτα της 21ης Απριλίου είναι μια από τις πιο έντονες σκηνές του βιβλίου. Η Μαργαρίτα και ο Ανδρέας βρίσκονται στην κρεβατοκάμαρά τους στο Καστρί, όταν στρατιώτες προσπαθούν να εισέλθουν στο σπίτι. Η προσπάθεια του Ανδρέα Παπανδρέου να δραπετεύσει, η αγωνία της οικογένειας για την τύχη του και η φυλάκισή του, περιγράφονται με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο, έτσι που κάνουν τον αναγνώστη να αισθάνεται πως βρίσκεται εκεί, στο σπίτι των Παπανδρέου, τη νύχτα που οι Συνταγματάρχες διέταξαν τη σύλληψή του. Ήταν η Μαργαρίτα που κάλεσε τον Γεώργιο Παπανδρέου και τον ειδοποίησε για τη σύλληψη του Ανδρέα, αλλά και την επικείμενη δική του προσαγωγή.

“Έπαψα να είμαι αφελής σε σχέση με την καλοσύνη των αμερικανικών προθέσεων σε διεθνές επίπεδο” σημειώνει η Μαργαρίτα μετά τα γεγονότα της Χούντας και περιγράφει πως προσπάθησε να πιέσει, ερχόμενη σε επαφή με όσες διασυνδέσεις διέθετε εκείνη και ο Ανδρέας Παπανδρέου στο εξωτερικό – αλλά και με τον ίδιο τον πρέσβη της Αμερικής στην Ελλάδα – προκειμένου ο σύζυγός της να αφεθεί ελεύθερος. Η εμπειρία της δικτατορίας μοιάζει τραυματική και για τους δύο. Η Μαργαρίτα θα αφιερώσει μεγάλο μέρος των ακτιβιστικών της δραστηριοτήτων στην προσπάθεια χαλάρωσης των αμυντικών δαπανών σε παγκόσμιο επίπεδο και ο Ανδρέας Παπανδρέου θα ιδρύσει το ΠΑΚ, ένα κίνημα με αντιστασιακή δράση στο εξωτερικό, πρόδρομο του ΠΑΣΟΚ.
ΤΑ ΠΑΡΑΣΤΡΑΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ
Εντύπωση προκαλεί η ευκολία με την οποία η Μαργαρίτα συγχωρεί την απιστία του Παπανδρέου τα επόμενα χρόνια. Πριν τη Χούντα, η ζωή της Αθήνας βουίζει για τη σχέση του με την σύζυγο γνωστού πολιτικού Μηχανικού, Έπη Σκιαδαρέση, με την οποία υπήρξαν συμμαθητές στο Κολέγιο Αθηνών. Η Μαργαρίτα δεν αναφέρει καν τη συγκεκριμένη περιπέτεια του συζύγου της στις σελίδες του βιβλίου του.
Με την αποφυλάκιση του Ανδρέα Παπανδρέου, η οικογένεια φεύγει από τη χώρα, με πρώτο προορισμό τη Σουηδία το Δεκέμβριο του 1967. Εκεί, ο Παπανδρέου θα συνάψει σχέση με μια Σουηδή τηλεπαρουσιάστρια, την Ράνια Νιμπλούμ, με την οποία θα αποκτήσει και ένα ακόμη παιδί, μια κόρη εκτός γάμου.
Κατά την παραμονή του στη Σουηδία το 1967, ο Ανδρέας Παπανδρέου θα συνάψει σχέση με τη Σουηδή Ράνια Νιμπλούμ
Η Μαργαρίτα περιγράφει την εξωσυζυγική σχέση του άνδρα της σαν το πιο φυσιολογικό πράγμα και την αποδίδει στην τραυματική εμπειρία των έξι και πλέον μηνών του στη φυλακή. Όπως αναφέρει στο βιβλίο, όλη η οικογένεια γνώριζε για τη σχέση, αλλά και την ύπαρξη ενός παιδιού από την πρώτη στιγμή, ενώ όπως λέει είχε προσφερθεί ώστε να υιοθετήσουν το μωρό και να το μεγαλώσουν οι ίδιοι. “Η γυναίκα θέλησε να κρατήσει το παιδί, με τον όρο να το αναγνωρίσει ο Ανδρέας και να πάρει το όνομά του” σημείωνε στη συνέχεια της μικροσκοπικής παραγράφου για την απιστία του Παπανδρέου (αν αναλογιστεί κανείς πως η επόμενη ερωτική σχέση του καταλαμβάνει τις μισές σελίδες του βιβλίου) με τη Σουηδή σταρ.
Η Μαργαρίτα είχε προτείνει να υιοθετήσει το κορίτσι που απέκτησε ο Ανδρέας εκτός γάμου στη Σουηδία
Σε άλλες μαρτυρίες και όχι στο βιβλίο της Μαργαρίτας, διαβάζουμε πως η Σουηδή είχε συνάψει ερωτική σχέση με τον Ανδρέα Παπανδρέου και είχε λάβει υποσχέσεις αιώνια αγάπης, ενώ την είχε διαβεβαιώσει πως θα έμεναν μαζί για να μεγαλώσουν το παιδί τους. Η συνέχεια φυσικά ήταν πολύ διαφορετική και η οικογένεια Παπανδρέου, μετακόμισε στον Καναδά μέχρι και την πτώση της δικτατορίας.
Η ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΑΛΛΑΓΗ
Η οικογένεια Παπανδρέου επιστρέφει στην Ελλάδα μετά την πτώση της Χούντας και ο Ανδρέας ιδρύει το ΠΑΣΟΚ. Η Μαργαρίτα Παπανδρέου περιγράφει όλη τη διαδρομή προς την εξουσία, σημειώνοντας πως η ίδια στέκεται πλάι του σε κάθε του προσπάθεια. Η ίδια το 1975 ξεκινά την πολιτική της δράση ιδρύοντας την Ένωση Γυναικών Ελλάδος, με στόχο τον εκμοντερνισμό της ελληνικής νομοθεσίας σε ό, τι αφορά στο οικογενειακό δίκαιο και τα δικαιώματα των γυναικών. Η ΕΓΕ θα αποδειχθεί ιδιαίτερα δραστήρια, κυρίως από την ανάληψη της εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ το 1981 και έπειτα, ενώ θα αποτελέσει σημείο τριβής τόσο με το κόμμα, όσο και με τον ίδιο τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Στις σελίδες του “Έρωτας και Εξουσία” η Μαργαρίτα δεν χάνει ευκαιρία να αναφερθεί εκτεταμένα στα πολιτικά της πιστεύω. Δηλώνει ευθαρσώς σοσιαλίστρια, απορρίπτοντας ωστόσο τον υπαρκτό σοσιαλισμό και τον κρατισμό. Από την άλλη, ανάμεσα στις σελίδες του ημερολογίου της, αλλά και τις συζητήσεις που παραθέτει από επαφές με γυναικείους οργανισμούς ανά τον κόσμο, αλλά και συζητήσεις με αρχηγούς κρατών ως σύζυγος πρωθυπουργού, σημειώνει την αντίθεσή της με τις ανισότητες που δημιουργεί ο καπιταλισμός.
Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ
Η Μαργαρίτα Παπανδρέου περιγράφει στο βιβλίο της, τη δυσκολία που είχε από την ημέρα που ο Ανδρέας ορκίστηκε πρωθυπουργός να τηρήσει το πρωτόκολλο. Για την ακρίβεια, όπως εξηγεί, η ελληνική πραγματικότητα, σε αντίθεση με την αμερικανική, δεν προέβλεπε θεσμικό ρόλο για την Πρώτη Κυρία.

Τα πρώτα χρόνια της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, η Μαργαρίτα δραστηριοποιείται με την ΕΓΕ, την οποία όπως αναφέρει προσπαθεί να κρατήσει εκτός κομματικού ελέγχου, γεγονός που δημιουργεί τις πρώτες τριβές με το ΠΑΣΟΚ. Χαρακτηριστική είναι η συνάντηση που περιγράφει με τον Γιώργο Γεννηματά “έναν συντηρητικό βουλευτή του ΠΑΣΟΚ” όπως τον χαρακτηρίζει. Η ΕΓΕ προωθεί τη νομιμοποίηση της έκτρωσης και ο Γεννηματάς καλεί την πρόεδρό της να κάνει πίσω καθώς πλησιάζουν οι εκλογές του ’85 και το ΠΑΣΟΚ δεν θέλει να επωμιστεί το πολιτικό κόστος.
Παρόλα αυτά, ο Ανδρέας Παπανδρέου φαίνεται να στέκεται διακριτικά στο πλευρό της συζύγου του, ως το 1986, όταν ξεκινούν και οι εξωσυζυγικές του περιπέτειες με την αεροσυνοδό. Αν και η Μαργαρίτα Παπανδρέου αφιερώνει ατελείωτες σελίδες στην Δήμητρα Λιάνη, το πρόσωπο που οδηγεί στο διαζύγιο με τον Ανδρέα, δεν αναφέρει ούτε μια φορά το όνομά της στο βιβλίο της.
Από πρώτη κυρία, απλή πολίτης
Την Πρωτοχρονιά του 1986 η Μαργαρίτα βρισκόταν στην Αίγινα, ενώ ο Ανδρέας “είχε το δικό του πάρτι” όπως γράφει η ίδια. Λίγους μήνες αργότερα, έπειτα από τη συνάντηση στο οικονομικό φόρουμ του Νταβός, ο Ανδρέας Παπανδρέου εξαφανίζεται για ημέρες, με τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων να οργιάζουν. Το ροζ σκάνδαλο του Ανδρέα έχει ξεκινήσει και η Μαργαρίτα μοιάζει ανήμπορη να το αποτρέψει.

Στις σελίδες που ακολουθούν διαβάζουμε και άλλες απίστευτες ιστορίες με την “αεροσυνοδό”. Η Μαργαρίτα σημειώνει χαρακτηριστικά ένα περιστατικό από το ταξίδι τους στο Μεξικό. Η ίδια δεν επιθυμεί να κολυμπήσει και παραμένει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, από όπου παρακολουθεί την ακόλουθη σκηνή στην παραλία. “Είδα μια Αμαζόνα – σαν γυναικεία σιλουέτα – που χοροπηδούσε γύρω από τον Ανδρέα” σημειώνει και καταγράφει πως η γυναίκα αυτή είχε τα πόδια της σχεδόν περασμένα γύρω από το σώμα του άνδρα της, ενώ παρατηρούσε όπως γράφει γλαφυρά τα στήθη της να “ανεβοκατεβαίνουν σαν δύο βουνά από ζελέ”.
Είδα μια Αμαζόνα – σαν γυναικεία σιλουέτα – που χοροπηδούσε γύρω από τον Ανδρέα
Μία από τις πιο βαθιές κρίσεις των πρώτων χρόνων, δημιουργήθηκε όταν ο Παπανδρέου αποφάσισε να παραστεί σε επίσημη εκδήλωση στο σπίτι του Έλληνα πρέσβη στο Λονδίνο το Δεκέμβριο του 1986, συνοδευόμενος από τη Δήμητρα Λιάνη. Η Μαργαρίτα βρισκόταν ήδη εκεί και όταν έμαθε την άφιξη του ζεύγους, έφυγε βιαστικά από την “πίσω πόρτα”. Στο μεταξύ η Δήμητρα Λιάνη συνέχιζε να στελεχώνει το πλήρωμα του πρωθυπουργικού αεροσκάφους, με το οποίο ταξίδευε ενίοτε και η σύζυγος του Ανδρέα Παπανδρέου. Προτείνει στο πρωθυπουργικό ζεύγος σαμπάνια και η Μαργαρίτα περιγράφει τις σκέψεις της: “Σαμπάνια; Ναι σκέφτηκα για να κάνω με το μπουκάλι της ένα βαρύ τατουάζ στο κρανίο και των δύο”.
ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΣΜΟ
Από την επόμενη κιόλας χρονιά, το ζευγάρι ζούσε χωριστά. Οι όποιες συναντήσεις τους γίνονταν πάντα παρουσία του “Κώστα”, ο οποίος είναι ο ψυχοθεραπευτής του Ανδρέα και βρίσκεται εκεί υποθετικά για να συμβάλει στην εξομάλυνση των σχέσεων του ζευγαριού. Η Μαργαρίτα ζητά από τον Ανδρέα να μιλήσουν: “Όταν άνοιξα την πόρτα του σπιτιού, είδα με κατάπληξη πως εκεί ήταν ο Μένιος ο δικηγόρος και ο Κώστας ο ψυχίατρος. Ζήτησα από τον Ανδρέα να τους πει να φύγουν. Απάντησε πως είναι σημαντικό να είναι παρόντες. “Εσύ ζήτησες αυτή τη συνάντηση. Τι θέλεις από μένα;”. Η Μαργαρίτα που σκέφτεται το διαζύγιο διστάζει, και προτείνει κοινές δημόσιες εμφανίσεις προκειμένου να σταματήσουν τα σχόλια.
Απ’ όσο ξέρω, είμαι ακόμα η Μάγκι, η σερβιτόρα που βρέθηκε στην κορυφή της σκάλας, αλλά που θα ήταν ευχαριστημένη αν εγκατέλειπε τον τίτλο εφόσον μπορούσε να συνεισφέρει σε σημαντικά θέματα
“‘Έχω μια άλλη ιδέα…’, αποκρίθηκε αργά ο Ανδρέας. ‘θα μπορούσαμε να ανακοινώσουμε πως είμαστε σε διάσταση’. Προσπάθησα να μη δείξω κάποια αντίδραση. Ήταν η πρώτη φορά που έλεγε αυτές τις λέξεις” γράφει για τη συνάντηση αυτή και συμπληρώνει πως προτείνει στον Παπανδρέου να ανακοινώσουν απλά πως παίρνουν διαζύγιο. “Δεν θέλω διαζύγιο. Δεν σκοπεύω να πάρω διαζύγιο. Δεν πρόκειται να ξαναπαντρευτώ” της απάντησε τότε. Τρεις φορές θα αρνηθεί ο Ανδρέας πως σκοπεύει να ανέβει τα σκαλιά της εκκλησίας με τη Δήμητρα Λιάνη, όπως σημειώνει η Μαργαρίτα.

Αν και η Μαργαρίτα δεν ήθελε το διαζύγιο σημείωνε πως δεν την τρόμαζε μια τέτοια προοπτική: “Ποτέ δε νοιάστηκα για τον τίτλο ή το στάτους μου, επειδή ποτέ δεν προσδιόριζα με αυτούς τους όρους τον εαυτό μου. Απ’ όσο ξέρω, είμαι ακόμα η Μάγκι, η σερβιτόρα που βρέθηκε στην κορυφή της σκάλας, αλλά που θα ήταν ευχαριστημένη αν εγκατέλειπε τον τίτλο εφόσον μπορούσε να συνεισφέρει σε σημαντικά θέματα”.
‘Έχω μια άλλη ιδέα…’, αποκρίθηκε αργά ο Ανδρέας. ‘θα μπορούσαμε να ανακοινώσουμε πως είμαστε σε διάσταση’
Η Μαργαρίτα στα επόμενα κεφάλαια του βιβλίου, παραθέτει μια σειρά από περιστατικά, με τα οποία υπονοεί πως η κομματική μηχανή, οι φιλικές προς το ΠΑΣΟΚ εφημερίδες, αλλά ίσως και ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου στήνουν ένα επικοινωνιακό σκηνικό προκειμένου να αμαυρώσουν την εικόνα της. Αποκορύφωμα όλων, το σχόλιο του τότε κυβερνητικού εκπροσώπου σε ερώτηση δημοσιογράφου για τη δραστηριότητα της, στο οποίο ανέφερε πάνω-κάτω πως οι θέσεις της Μαργαρίτας Παπανδρέου δεν απηχούν εκείνες της κυβέρνησης και σε ό, τι αφορά τον κυβερνητικό σχηματισμό, εκείνη είναι μια “απλή πολίτης”.
Η Παπανδρέου συνειδητοποιεί πως βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα και γράφει χαρακτηριστικά πως αρχίζει να ανησυχεί μήπως “πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων από μια μαφία αρσενικών σοβινιστών”. Η αντιπαράθεση με τον σύζυγό της δεν αργεί. Ο Ανδρέας φαίνεται ιδιαίτερα ενοχλημένος από τις κινήσεις της και όπως λέει, από το γεγονός πως τη συγκρίνουν με τη Δήμητρα, παρουσιάζοντας έτσι την τελευταία ως μία του δρόμου, μια πόρνη. Όταν η επί δεκαετίες σύντροφός του, του απαντά πως δεν απέχει πολύ αυτή η εικόνα από την πραγματικότητα, εκείνος αναφέρει: “Ποτέ δεν το έκανε για τα τα λεφτά”. “Α, απλά της αρέσει” του αποκρίθηκε η Μαργαρίτα με τον Ανδρέα να της απαντά: “Δεν δέχεται ποτέ χρήματα ή δώρα”.

Η τελευταία κοινή τους, δημόσια εμφάνιση έρχεται το καλοκαίρι του ’87, με αφορμή τον τελικό του Ευρωμπάσκετ. Όπως αναφέρει ήταν ένα γεγονός που ο Ανδρέας δεν μπορούσε να αποτρέψει. Οι προσπάθειες επανασύνδεσης, με παρότρυνση ακόμη και του ίδιου του Ανδρέα Παπανδρέου που δεν έλεγε να παραδεχτεί πως θα μπορούσε να προχωρήσει σε γάμο με τη Δήμητρα Λιάνη, πέφτουν στο κενό και έτσι καταλήγουν στο διαζύγιο.
ΤΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ ΚΑΙ Η ΛΥΤΡΩΣΗ
Μετά το διαζύγιο και μέχρι το θάνατό του, η Μαργαρίτα και ο Ανδρέας δεν θα βρεθούν παρά στη βάπτιση της εγγονής τους, κόρης του γιου τους Γιώργου, τον Απρίλιο του 1991. “Καθώς περίμενα να ξεκινήσει η λειτουργία, ένιωθα την παρουσία του Ανδρέα κοντά μου. Δεν είχα καθόλου αισθήματα αγανάκτησης ή εχθρότητας. Εξακολουθούσα να νιώθω ένα ισχυρό δέσιμο με κείνον” γράφει και περιγράφει το τελευταίο στιγμιότυπο που είχε μαζί του, καθώς στάθηκε μπροστά της για να τη χαιρετίσει.
Τον άκουσα να λέει «Μαργαρίτα» και είδα ένα προτεταμένο χέρι. Του έδωσα το δικό μου. Το πήρε και το έσφιξε τρεις φορές. Δεν υπήρξε ανανέωση της σχέσης μας, αν κι έμαθα πως ο Ανδρέας είχε μετανιώσει για τον χωρισμό μας, αλλά αυτή η παλιά χειραψία αγάπης έσβησε επιτέλους τον επίμονο πόνο της καρδιάς μου

“Τον άκουσα να λέει «Μαργαρίτα» και είδα ένα προτεταμένο χέρι. Του έδωσα το δικό μου. Το πήρε και το έσφιξε τρεις φορές. Δεν υπήρξε ανανέωση της σχέσης μας, αν κι έμαθα πως ο Ανδρέας είχε μετανιώσει για τον χωρισμό μας, αλλά αυτή η παλιά χειραψία αγάπης έσβησε επιτέλους τον επίμονο πόνο της καρδιάς μου” αναφέρει χαρακτηριστικά και αφήνει να εννοηθεί πως δεν συνάντησε τον Ανδρέα ποτέ ως το θάνατό του από τότε.

Παρά την έντονη πικρία, αλλά και τις πιπεράτες λεπτομέρειες για τα καμώματά του με την αεροσυνοδό, η Μαργαρίτα κλείνει το βιβλίο λέγοντας: “Ο Ανδρέας, ο πρωθυπουργός, ήταν ο εραστής μου, ο σύζυγός μου, ο πατέρας των παιδιών μου, ο σύντροφός μου στις πολιτικές δράσεις. Η κίνησή του (αναφέρεται στο περίφημο νεύμα από το αεροπλάνο προς τη Δήμητρα το Σεπτέμβριο του 1988) ήταν το τελειωτικό χτύπημα – το δηλητηριασμένο βέλος κατευθείαν στο στήθος, στην καρδιά μου. Αλλά τον αγαπούσα ακόμα. Ήταν ο αετός μου και ο δεσμός δεν μπορούσε να διαρραγεί. Ήταν παρ’ όλ’ αυτά και η λύτρωσή μου”.
10 χρόνια και 54 ημέρες
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Ανδρέας Παπανδρέου θα τα ζήσει πλάι στην αεροσυνοδό, όπως την αποκαλούσε η Μαργαρίτα. Η Δήμητρα Λιάνη, αναλαμβάνει χρέη αεροσυνοδού στο πρωθυπουργικό αεροσκάφος μετά από παράκληση του ξαδέρφου της Γιώργου Λιάνη το 1982. Ο Ανδρεάς την “προσέχει” αμέσως, αλλά η θυελλώδης σχέση της, που έγινε πρωτοσέλιδο ακόμη και στον ιαπωνικό Τύπο δεν θα ξεκινήσει παρά το 1986.

Η Δήμητρα Λιάνη είναι κόρη στρατιωτικού γεννημένη στις 30 Απριλίου 1955 σε ένα σπίτι επί της οδού 3ης Σεπτεμβρίου, γεγονός που καθιστά το συμβολισμό ξεκάθαρο. Άλλωστε η Δήμητρα λατρεύει αυτές τις καρμικές συμπτώσεις και αγαπημένη της συνήθεια αποτελεί η αστρολογία.

“Δεν ήξερα ότι ο Γιώργος είχε τέτοια ξαδέρφη” θα πει ο Ανδρέας στην πρώτη τους γνωριμία. Στα χρόνια που μεσολαβούν η Δήμητρα παντρεύεται τον Αλ. Καπόπουλο, με τον οποίο θα κάνει την εκπομπή ”Μισό-Μισό” στην ΕΡΤ. Οι εκπομπές ξεκινούν και οι πτήσεις με το πρωθυπουργικό αεροσκάφος συνεχίζονται με τη Δήμητρα μόνιμο μέλος του πληρώματος. Φυσικά και δεν έχει ξεχάσει το κομπλιμέντο του. ”Πρόεδρε θέλω μια συνέντευξη από εσάς και τη σύζυγό σας” είναι τα λόγια της, σε μια παράτολμη πρόταση.
Ήταν ο μέντοράς μου και νομίζω ότι κι αυτός είδε κάτι σε μένα που δεν το είχε βρει αλλού. Μια ζεστασιά, μία κατανόηση, στήριξη σε πολύ δύσκολες στιγμές. Πολλές φορές μου είπε Δήμητρα, χωρίς εσένα θα είχα πεθάνει από χρόνια
Έχει προηγηθεί ο χορός με το “Ι just call to say Ι love you” το 1985 αμέσως μετά την εκλογή του Χρ. Σαρτζετάκη, όταν ο Α. Παπανδρέου ταξιδεύει στις Βρυξέλλες και της ζητά ενώπιον όλου του πληρώματος να του χαρίσει το χορό.

Στις 18 Δεκεμβρίου 1985 συναντιούνται στο Καστρί, συνοδεία του τότε συζύγου της, για να την περιβόητη συνέντευξη. Ο Παπανδρέου είναι μόνος του, η Μαργαρίτα δεν εμφανίζεται ποτέ. Την ίδια τύχη, της αφάνειας, έχει και η εκπομπή, η οποία δεν προβάλλεται ποτέ. Η Δήμητρα ή Μιμή, όπως θα γίνει γνωστή, έχει μπει όμως για τα καλά στη ζωή του παντοδύναμου και λαοφιλούς Ανδρέα.

Τον Αύγουστο του 1988 ο Ανδρέας Παπανδρέου αναχωρεί για το Σεντ Τόμας του Λονδίνου, προκειμένου να υποβληθεί σε επέμβαση καρδιάς. Στο πλευρό του αδιάκοπα βρίσκεται η Δήμητρα, σε μία περίοδο δύσκολη που θα σηματοδοτήσει της κυριαρχίας της πάνω του. Στο βιβλίο της θα γράψει πως “του ζήτησε να ζήσει” και ακόμη πως συζήτησαν ακόμη και το ενδεχόμενο να παντρευτούν.

Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο Ανδρέας επιστρέφει στην Αθήνα. Το περιστατικό με το νεύμα στη σκάλα του αεροπλάνου, που εισήγαγε και επίσημα τη Δήμητρα Λιάνη στην πολιτική ζωή της χώρας, έχει καταγραφεί ως ένα από τα πιο ασυνήθιστα γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας. Στις 13 Ιουλίου του 1989 θα παντρευτούν με θρησκευτικό γάμο στην Ελευθερώτρια της Πολιτείας. Εκείνος έχει πατήσει τα 70 κι εκείνη είναι μόλις 35.
Για μένα ο Ανδρέας ήταν ο Θεός μου. Αυτός μου έτυχε. Όπως τον λάτρεψε ένα μεγάλο τμήμα του λαού, έτσι τον λάτρεψα κι εγώ σα γυναίκα
Η τελευταία πράξη του δράματος θα παιχτεί περίπου δύο χρόνια μετά στο Ωνάσειο, στο οποίο θα εισαχθεί ο Ανδρέας εξαιτίας των προβλημάτων με την καρδιά του. Στις 20 Νοεμβρίου 1995 μπαίνει και για 123 συνεχείς ημέρες τα βλέμματα όλων θα είναι στραμμένα εκεί και φυσικά στη Δήμητρα Λιάνη. Η ζωή της έχει ταυτιστεί με εκείνη του Ανδρέα. Ό,τι αφορά τον ίδιο αυτομάτως επηρεάζει και εκείνη. Οι κάμερες πεθαίνουν για ένα πλάνο της, για μία δήλωσή της.
Το πρωί της 16ης Ιανουαρίου 1996 ο Ανδρέας δεν είναι πια πρωθυπουργός (έχει υποβάλλει την παραίτησή του) και η Δήμητρα δεν είναι πια προστατευμένη από πουθενά. Το ”αλεξίσφαιρο” Παπανδρέου θα χάσει τη ζωή του στις 23 Ιουνίου της ίδιας χρονιάς κι εκείνη θα μείνει απλά η Δήμητρα Λιάνη που δεν έχει ούτε δύναμη, ούτε τον σεβασμό της πλειονότητας του περίγυρού της.

”Για μένα ο Ανδρέας ήταν ο Θεός μου. Αυτός μου έτυχε. Όπως τον λάτρεψε ένα μεγάλο τμήμα του λαού, έτσι τον λάτρεψα κι εγώ σα γυναίκα. Ήταν ο μέντοράς μου και νομίζω ότι κι αυτός είδε κάτι σε μένα που δεν το είχε βρει αλλού. Μια ζεστασιά, μία κατανόηση, στήριξη σε πολύ δύσκολες στιγμές. Πολλές φορές μου είπε Δήμητρα, χωρίς εσένα θα είχα πεθάνει από χρόνια”. Με αυτές τις φράσεις η Δήμητρα περιέγραψε τη σχέση της με τον Ανδρέα Παπανδρέου, μόνο που για κακή της τύχη χωρίς εκείνον το πιο εύκολο ήταν να την πετάξουν από το παράθυρο. Η απειλή του Κατσανέβα βρήκε την απόλυτη εφαρμογή της με επτά χρόνια καθυστέρηση. Η ξανθιά αεροσυνοδός πετά και πάλι μόνη της.
Οι μεγάλοι έρωτες δεν έχουν ποτέ καλό τέλος
(Φωτογραφία: Αριστοτέλης Σαρρηκώστας/Αρχείο ΕΡΤ)
Το ραντεβού του Ανδρέα Παπανδρέου, με τον λαό, το 1981, είχε αρχίσει να κανονίζεται πολλά χρόνια πριν, όταν μετά από δύσκολες και ποικίλες αμφιταλαντεύσεις, αποφάσισε να μπει για πρώτη φορά στην ελληνική πολιτική σκηνή, εγκαταλείποντας μια λαμπρή ακαδημαϊκή καριέρα.
Τα δραματικά γεγονότα που ακολούθησαν, με τις μηχανορραφίες του στέμματος, την κατάλυση της Δημοκρατίας, τη δικτατορία, την τραγωδία στην Κύπρο και λόγω αυτής, την παράδοση της εξουσίας ξανά στους πολιτικούς, είχαν “προσφέρει” αρκετά ακόμη χρόνια διώξεων, εξοριών και περιθωριοποίησης για ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού, που ευφυώς ο Ανδρέας, όρισε ως “μη προνομιούχους”.
Η εμφάνισή του ως εκφραστή του μεγάλου κοινωνικού ρεύματος, αλλά και οι ειδικές του γνώσεις στα οικονομικά, είχαν από πριν δημιουργήσει τον μύθο του σωτήρα, που έρχεται από τα σπλάχνα του λαού, για να πολεμήσει μαζί του το κατεστημένο -όπως και αν ορίζεται αυτό- και να τον βγάλει από τη γωνία των αποκλεισμών και των διώξεων, μέσω ενός συμβολαίου τιμής. Το συμβόλαιο εκείνο, κάτι που τείνουμε να το ξεχνάμε σήμερα, είχε εκτός από την υπογραφή του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ και την υπογραφή του λαού.
Ο ριζοσπάστης πολιτικός, ο γιος ενός ιστορικού ηγέτη του Κέντρου, ο διεθνώς αναγνωρισμένος οικονομολόγος, αλλά και ένας άνθρωπος με αδυναμίες, που κάθε ένας από μας θα μπορούσε να κατανοήσει, ο “Ανδρέας” για εχθρούς και φίλους, αναλάμβανε τις τύχες μιας χώρας, που εκείνη την εποχή, αυτό το πρότυπο πολιτικού ηγέτη αναζητούσε, μετά την αναίμακτη μετάβαση από τη δικτατορία στη Δημοκρατία, δια χειρός Καραμανλή.
Ο έρωτας που γεννήθηκε μεταξύ του Ανδρέα και του ελληνικού λαού, υποδαυλίστηκε φυσικά από τις μεγάλες υποσχέσεις, που δόθηκαν χωρίς να τηρηθούν, αλλά και από υποσχέσεις που τηρήθηκαν.
Aπό την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ δεν βγήκαμε, ωστόσο η τόλμη του στην Εξωτερική πολιτική ήταν αδιαμφισβήτητη, είτε επρόκειτο για την αντιμετώπιση της ελληνοτουρκικής κρίσης το 1987, είτε για την εξασφάλιση των Μεσογειακών Οικονομικών Προγραμμάτων, με απευθείας σύγκρουση με τον Κολ και την Θάτσερ και όχι με πολιτικούς νάνους.
Όσοι ερμηνεύουν τη δημιουργία μεγάλης κομματικής βάσης, μέσω της συναλλαγής, των κλαδικών και των διορισμών (χωρίς να έχουν άδικο), δεν θα πρέπει να ξεχνούν την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, το ΕΣΥ, τον εκσυγχρονισμό του οικογενειακού δικαίου και τις κοινωνικές παροχές σε ανθρώπους, που τις είχαν ανάγκη. Πράγματα αυτονόητα, που όμως δεν είχαν γίνει ποτέ μέχρι τότε.
Ο Ανδρέας, φρόντισε για την ανακατανομή του πλούτου, αλλά βασίστηκε στα δανεικά, που κάποτε θα τελείωναν και στο φούσκωμα του χρέους. Η επέκταση του κρατικού τομέα είχε ξεκινήσει πολύ πριν αναλάβει την εξουσία (κάτι που βολεύει να μη θυμάται κανείς), αλλά γιγαντώθηκε επί των ημερών του και τα σταθεροποιητικά προγράμματα, που επιχειρούσε να θέσει σε λειτουργία, όταν τα πράγματα ζόριζαν, σκόνταφταν στις υποσχέσεις που προεκλογικά είχε δώσει, στο κόμμα του, αλλά και στη σχέση του με τον λαό.
Μπορεί πάντα να μιλάμε για τους πολίτες που ακολούθησαν τον χαρισματικό ηγέτη, αλλά ξεχνάμε και τον οικονομολόγο, που άφησε στην άκρη πολλές από τις γνώσεις του και τις πεποιθήσεις του για να μείνει πιστός σε μια σχέση, που τον αναγεννούσε σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Πολλές φορές οι σχέσεις μένουν ζωντανές μέσω των ψευδαισθήσεων και του αμοιβαίου παραμυθιάσματος. Και για το παραμύθιασμα χρειάζονται πάντα δυο πλευρές.
Όταν στις 2 Δεκεμβρίου 1993, είπε το περίφημο “είτε το έθνος θα εξαφανίσει το χρέος, είτε το χρέος θα αφανίσει το έθνος”, ήταν πια πολύ μεγάλος και πολύ εξασθενημένος για να διορθώσει τα λάθη του παρελθόντος.
Ο ιστορικός του μέλλοντος θα κρίνει με πιο ψύχραιμο μάτι και ίσως ζώντας σε μια (ας ευχηθούμε) μη χρεοκοπημένη κοινωνία και οικονομία, τον πολιτικό Ανδρέα Παπανδρέου. Σίγουρα όμως θα δυσκολευτεί να ερμηνεύσει το πάθος όσων τον αγάπησαν, το πάθος όσων τον μίσησαν και κυρίως τη στάση όσων τον ακολούθησαν μέχρι το τέλος, για να τον μισήσουν και 13 χρόνια μετά τον θάνατό του να τον κατονομάσουν ως τον κύριο υπεύθυνο για όσα ακολούθησαν.
Είναι προφανές ότι για τη χρεοκοπία της χώρας, έχουν ευθύνη όσοι κυβέρνησαν από το 1974 και μετά, αλλά πόσο λογικό είναι ο “κύριος υπεύθυνος”, να έχει πεθάνει 13 χρόνια πριν αυτή συμβεί και ενώ έχουν μεσολαβήσει 4 κυβερνήσεις;
Το μένος για τον Ανδρέα, μπορεί να ερμηνευτεί μόνο στα πλαίσια της σχέσης που περιγράψαμε. Και αυτή η σχέση δεν είχε μόνο τον Ανδρέα Παπανδρέου, είχε και τους αντιπάλους του, που παρά τα όσα έλεγαν, αντέγραψαν το μοντέλο εξουσίας του ΠΑΣΟΚ σε όλα τα επίπεδα. Είχε επίσης και τον λαό, που μέθυσε στο πάρτι που ο Ανδρέας διοργάνωσε και στο οποίο βρέθηκε καλεσμένος μετά από δεκαετίες περιθωριοποίησης.
Δεν είναι εύκολο να καταλάβει κανείς, αν σήμερα ο Ανδρέας Παπανδρέου, είναι κατηγορούμενος, επειδή χρεοκόπησε η Ελλάδα ή επειδή δεν είναι εδώ για να υποσχεθεί καλύτερες μέρες και να στήσει κανένα μισάωρο τη Μέρκελ, όπως είχε κάνει με τη Θάτσερ στο παρελθόν.
Τα εκατομμύρια που τον ψήφισαν το 1993 ακόμα και ασθενή, πληγωμένο μετά την δικαστική περιπέτεια του 1989 και με μια σύζυγο που δεν ενέκριναν, προσφέροντάς του την πολιτική δικαίωση πριν το φυσικό τέλος, έβαλαν μια τελευταία υπογραφή στο συμβόλαιο του 1981.
Το ότι οι ίδιοι, εμφανίζονται σήμερα οργισμένοι για αυτή την πολιτική ερωτική σχέση, που έζησαν μέχρι το θάνατο του Ανδρέα, ίσως οφείλεται στο ότι τελικά οι άνθρωποι δεν συγχωρούν όσους από έρωτα εκπέσανε, ακόμα και αν πρόκειται για τους ίδιους τους τους εαυτούς.
[readon1 url=”http://news247.gr/”][/readon1]















Σήμερα : 942
Αυτη την εβδομάδα : 3896
Αυτόν το μήνα : 30050
Συνολικά : 9840675