Ένα εκτεταμένο χρηματοπιστωτικό δίκτυο, σχεδιασμένο ώστε να αποκρύπτει την πραγματική προέλευση και τον τελικό προορισμό συναλλαγών που συνδέονται με τη Ρωσία, διοχέτευσε περισσότερα από 6,9 δισ. δολάρια μέσω του διεθνούς τραπεζικού συστήματος, σύμφωνα με μεγάλη έρευνα των Financial Times.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο όμιλος A7, που συνδέεται με τον κυρωμένο Μολδαβό επιχειρηματία Ίλαν Σορ και τη ρωσική κρατική Promsvyazbank, τράπεζα με κεντρικό ρόλο στη χρηματοδότηση του ρωσικού αμυντικού τομέα.
Οι Financial Times εντόπισαν δίκτυο τουλάχιστον 200 εταιρειών βιτρίνας σε Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Χονγκ Κονγκ, Κιργιστάν και άλλες δικαιοδοσίες. Μέσω αυτών χρησιμοποιούνταν πλαστά τιμολόγια, αλλοιωμένοι τελωνειακοί κωδικοί και εμπορικά έγγραφα που απέκρυπταν τους πραγματικούς αντισυμβαλλομένους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη φύση των αγαθών που αφορούσαν οι συναλλαγές.
Το δίκτυο κατάφερε να χρησιμοποιήσει κανονικούς διαύλους του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Σύμφωνα με τους Financial Times, πληρωμές πέρασαν από μεγάλες τράπεζες, μεταξύ των οποίων Standard Chartered, Citigroup, Deutsche Bank και First Abu Dhabi Bank. Το δημοσίευμα δεν αναφέρει ότι οι τράπεζες γνώριζαν τη δομή που κρυβόταν πίσω από τις συναλλαγές. Σε περιπτώσεις όπου εντοπίστηκαν προβλήματα συμμόρφωσης, λογαριασμοί έκλεισαν.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατεύθυνση των χρημάτων. Περισσότερο από το μισό των κεφαλαίων που χαρτογράφησε η έρευνα κατέληξε σε τραπεζικούς λογαριασμούς στην Κίνα. Αυτό δεν αποδεικνύει γνώση ή συμμετοχή των κινεζικών τραπεζών στον μηχανισμό παράκαμψης. Αναδεικνύει όμως τη σημασία που έχουν αποκτήσει κινεζικοί χρηματοπιστωτικοί και εμπορικοί δίαυλοι για ρωσικές συναλλαγές μετά τον περιορισμό της πρόσβασης της Μόσχας στη δυτική χρηματοπιστωτική αγορά.
Η έρευνα εντόπισε επίσης συναλλαγές που σχετίζονταν με ευαίσθητα στρατιωτικά αγαθά, ανεβάζοντας τη σημασία της υπόθεσης πέρα από την απλή απόκρυψη εμπορικών πληρωμών.
Ο όμιλος A7 βρίσκεται ήδη στο στόχαστρο των δυτικών αρχών. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει επιβάλει κυρώσεις στην εταιρεία και σε συνδεδεμένες οντότητες, περιγράφοντας την A7 ως πλατφόρμα διασυνοριακών διακανονισμών που χρησιμοποιείται για παράκαμψη των περιορισμών κατά της Ρωσίας. Η OFAC συνδέει την εταιρεία με τον Ίλαν Σορ και την Promsvyazbank.
Στο ίδιο οικοσύστημα εντάσσεται το ψηφιακό token A7A5, το οποίο χρησιμοποιείται για διασυνοριακές πληρωμές και έχει επίσης βρεθεί στο επίκεντρο αμερικανικών και ευρωπαϊκών μέτρων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επέκτεινε το 2026 τις κυρώσεις σε οντότητες που συνδέονται με το A7 και σε πλατφόρμες κρυπτοστοιχείων τρίτων χωρών που θεωρεί ότι διευκολύνουν την παράκαμψη περιορισμών.
Η αποκάλυψη των Financial Times φωτίζει ένα από τα δυσκολότερα προβλήματα της δυτικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Οι κυρώσεις μπορούν να κλείσουν την πρόσβαση μιας ρωσικής τράπεζας στο δυτικό σύστημα. Πολύ δυσκολότερο είναι να εντοπιστεί μια πληρωμή όταν αυτή περνά από διαδοχικές εταιρείες σε διαφορετικές δικαιοδοσίες, συνοδεύεται από φαινομενικά νόμιμα εμπορικά έγγραφα και καταλήγει σε λογαριασμό τρίτης χώρας.
Η οικονομική σύγκρουση με τη Μόσχα μεταφέρεται έτσι όλο και περισσότερο στα δίκτυα πληρωμών, στις εταιρείες βιτρίνας, στα τελωνειακά δεδομένα και στους χρηματοπιστωτικούς κόμβους εκτός Δύσης. Τα 6,9 δισ. δολάρια που χαρτογράφησαν οι Financial Times δείχνουν το μέγεθος αυτής της παράλληλης χρηματοπιστωτικής υποδομής και το πόσο δύσκολη έχει γίνει η πραγματική εφαρμογή των κυρώσεων.













Σήμερα : 1111
Αυτη την εβδομάδα : 6263
Αυτόν το μήνα : 39245
Συνολικά : 9939048