Η επόμενη ισραηλινή κυβέρνηση δεν θα κληρονομήσει μόνο τις αποφάσεις του Μπενιαμίν Νετανιάχου, αλλά και μια κοινωνία βαθιά δύσπιστη απέναντι στη δυνατότητα ειρηνικής συνύπαρξης με ένα ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος.
Τυχόν απομάκρυνση του Νετανιάχου μπορεί να αλλάξει μεν την ισραηλινή κυβέρνηση, όχι όμως απαραίτητα και τις αποφάσεις που καθορίζουν το ποιος ζει, ποιος εκτοπίζεται και ποιος δικαιούται να αποφασίζει για το μέλλον του σε ό,τι αφορά τους Παλαιστίνιους.
Τόσο στη Γάζα όσο και στη Δυτική Όχθη, η «επόμενη ημέρα» δεν αρχίζει μετά την ανακοίνωση ενός εκλογικού αποτελέσματος.
Έρευνα του αμερικανικού ερευνητικού κέντρου Pew Research Center, που δημοσιεύτηκε στις 15 Σεπτεμβρίου, αποτυπώνει τη δυσκολία συνύπαρξης επί ισοις όροις με τους Παλαιστινίους. Μόλις το 17% του συνόλου των Ισραηλινών ερωτώμενων θεωρούσε ότι μπορεί να βρεθεί τρόπος ώστε το Ισραήλ και ένα ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος να συνυπάρξουν ειρηνικά, ενώ το 56% απαντούσε αρνητικά. Η ερώτηση αφορούσε την εκτίμηση για το αν η συνύπαρξη είναι εφικτή, όχι ευθέως την πολιτική υποστήριξη στη λύση δύο κρατών.
Το Pew ζήτησε επίσης από τους ερωτώμενους να εξηγήσουν την απάντησή τους με δικά τους λόγια. Σε απαντήσεις Εβραίων Ισραηλινών, η 7η Οκτωβρίου εμφανίζεται όχι μόνο ως τραύμα, αλλά και ως επιχείρημα απόρριψης της παλαιστινιακής κρατικής υπόστασης. Στην ίδια έρευνα υπάρχουν και διαφορετικές φωνές – άνθρωποι που επιμένουν ότι κανένας από τους δύο λαούς δεν πρόκειται να εξαφανιστεί, ότι η συνύπαρξη είναι αναγκαία, ότι η κατοχή και οι εποικισμοί πρέπει να τελειώσουν. Η ισραηλινή κοινωνία, ευτυχώς, δεν είναι ενιαία.
Η δυσαρέσκεια για τη Γάζα δεν σημαίνει απόρριψη των στόχων του Νετανιάχου
Η δυσπιστία απέναντι στη συνύπαρξη συνυπάρχει με μια περιορισμένη αίσθηση στρατιωτικής επιτυχίας. Αυτό καταγράφει διαφορετική έρευνα, του ισραηλινού Ινστιτούτου Μελετών Εθνικής Ασφάλειας, INSS, η οποία δημοσιεύτηκε στις 24 Σεπτεμβρίου.
Σύμφωνα με τα ευρήματά της, μόλις το 27% του ισραηλινού κοινού θεωρούσε ότι το Ισραήλ είχε νικήσει στη Γάζα. Παράλληλα, το 59% εκτιμούσε ή θεωρούσε βέβαιο ότι μια επίθεση παρόμοια με εκείνη της 7ης Οκτωβρίου θα μπορούσε να επαναληφθεί τα επόμενα χρόνια από τα σύνορα με τη Γάζα, έναντι 52% στην προηγούμενη ετήσια μέτρηση.
Η ίδια έρευνα καταγράφει μια κρίσιμη απόσταση: το 61% δήλωνε ικανοποιημένο από τη διαχείριση του πολέμου στη Γάζα από τον ισραηλινό στρατό, αλλά μόλις το 34% από τη διαχείρισή του από την κυβέρνηση. Η αποδοκιμασία της πολιτικής ηγεσίας του Ισραήλ μπορεί και συνυπάρχει με την αποδοχή των πεπραγμένων των IDF.
Αυτό έχει άμεση εκλογική σημασία. Η κριτική στον Νετανιάχου μπορεί να αφορά όχι μόνο όσα έκανε, αλλά και όσα δεν πέτυχε. Να μη ζητά εγκατάλειψη των πολεμικών στόχων, αλλά αποτελεσματικότερη υλοποίησή τους.
Η υπόσχεση της «νίκης» στη Γάζα αλλάζει διεκδικητή
Ο Γκάντι Άιζενκοτ δίνει συγκεκριμένο περιεχόμενο σε αυτή τη διάκριση. Το πολιτικό του προφίλ είναι εκείνο ενός σκληροπυρηνικού στα ζητήματα ασφάλειας, ο οποίος αντιπαραθέτει τη διαδρομή του στη μακρόχρονη παραμονή του Νετανιάχου στην εξουσία και ουδέποτε έχει υποστηρίξει τη λύση δύο κρατών.
Στις 15 Οκτωβρίου, ο πρώην αρχηγός του ισραηλινού στρατού και βασικός διεκδικητής της πρωθυπουργίας υποσχέθηκε ότι μέσα σε 18 μήνες από την ανάληψη της εξουσίας, η Χαμάς δεν θα κυβερνά πλέον τη Γάζα και η στρατιωτική της πτέρυγα θα έχει καταστραφεί. Όπως έχει δηλώσει, αυτό θα επιτευχθεί είτε μέσω του αμερικανικού πλαισίου αποστρατιωτικοποίησης και ανοικοδόμησης είτε μέσω στρατιωτικής δράσης.
Ο Άιζενκοτ δεν αμφισβητεί τον στόχο της εξουδετέρωσης της Χαμάς, αλλά κατηγορεί τον Νετανιάχου ότι απέτυχε. Η υπόσχεση της «νίκης» στη Γάζα, παραμένει.
Για τους Παλαιστίνιους της Γάζας, το ερώτημα είναι τι θα απαιτήσει αυτή η υπόσχεση από τη δική τους ζωή. Εφόσον ο επίδοξος διάδοχος διατηρεί ρητά ανοιχτή την επιλογή «στρατιωτικής δράσης», η απομάκρυνση του Νετανιάχου σίγουρα δεν αποτελεί εγγύηση ότι τελειώνουν οι επιθέσεις. Ούτε η αναφορά στον τερματισμό της διακυβέρνησης της Χαμάς απαντά στο ερώτημα για το ποιος θα κυβερνά τη Γάζα και με ποια δικαιώματα για τους ίδιους τους Παλαιστινίους.
Ενδεχόμενη διεθνής απομόνωση: Τι ανησυχεί την ισραηλινή κοινωνία;
Η διεθνής κατακραυγή για τη γενοκτονία στη Γάζα δεν αφήνει την ισραηλινή κοινωνία ανεπηρέαστη. Η ανησυχία για το κόστος που υφίσταται το Ισραήλ, ωστόσο, δεν ταυτίζεται με απόρριψη της πολιτικής που το προκαλεί.
Αυτό το σκέλος αποτυπώνεται στον Δείκτη Αντιλήψεων Απειλής του INSS. Στη μέτρηση του Ιουλίου του 2026, το 26% επέλεξε τη «διεθνή απομόνωση και τις κυρώσεις» ως ένα από τα τρία πιο απειλητικά σενάρια για την επόμενη πενταετία, έναντι 21% τον Φεβρουάριο. Το 37% θεωρούσε τη «διεθνή απομόνωση και τις κυρώσεις» πολύ ή αρκετά πιθανή, ενώ το 60% προέβλεπε μεγάλη ή πολύ μεγάλη ζημιά για το ισραηλινό κράτος. Μόλις το 4%, πάντως, το επέλεγε ως τη σημαντικότερη μεμονωμένη απειλή.
Τα ευρήματα αναδεικνύουν πως οι αρκετοί ψηφοφόροι αναζητούν μια ηγεσία που θα περιορίσει το διεθνές κόστος. Προφανώς, η εκλογική απαίτηση για αποκατάσταση των διεθνών σχέσεων δεν συνεπάγεται αντίστοιχη απαίτηση για παλαιστινιακή αυτοδιάθεση.
Αντιπολίτευση στον Νετανιάχου, όχι κοινή πρόταση για την Παλαιστίνη
Το στρατόπεδο που επιδιώκει την απομάκρυνση του Νετανιάχου εκτείνεται από την εθνικιστική δεξιά έως την κεντροαριστερά. Ο Άιζενκοτ, οι Ναφτάλι Μπένετ και Γιαΐρ Λαπίντ, ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν και οι Δημοκράτες του Γιαΐρ Γκολάν δεν συγκροτούν ένα ομοιογενές πολιτικό σχέδιο. Τους ενώνει η επιδίωξη να φύγει ο Bibi, όχι μια συμφωνία για το τι πρέπει να τελειώσει μαζί με την εξουσία του.
Ο Μπένετ απορρίπτει την παλαιστινιακή κρατική υπόσταση και υποστηρίζει την προσάρτηση της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης. Ο Άιζενκοτ έχει χαρακτηρίσει τη λύση δύο κρατών «παραληρηματική», δηλώνοντας παράλληλα την πίστη του στον εποικισμό της Δυτικής Όχθης. Οι Δημοκράτες του Γκολάν υποστηρίζουν τη λύση δύο κρατών, αλλά τη συνοδεύουν με πλήθος προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων και η διατήρηση μακροχρόνιου ισραηλινού ελέγχου ασφαλείας.
Στη Δυτική Όχθη, μια επόμενη κυβέρνηση θα κληρονομήσει και συγκεκριμένες αποφάσεις που διευρύνουν τον ισραηλινό έλεγχο. Στις 8 Φεβρουαρίου 2026, το ισραηλινό υπουργικό συμβούλιο ασφαλείας ενέκρινε μέτρα που διευκολύνουν τις αγορές γης από εποίκους και ενισχύουν τις εξουσίες των ισραηλινών αρχών απέναντι στους Παλαιστίνιους. Μία εβδομάδα αργότερα, η κυβέρνηση ενέκρινε την επανέναρξη διαδικασιών καταγραφής και κατοχύρωσης της ιδιοκτησίας γης στα κατεχόμενα εδάφη. Πρόκειται για θεσμικές επιλογές που δεν αναιρούνται αυτομάτως με μια αλλαγή πρωθυπουργού.
Η σύνθεση μιας επόμενης κυβέρνησης θα έχει σημασία, αλλά δεν αρκεί για να προδικάσει διαφορετική πορεία στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη. Για τους Παλαιστίνιους, το κρίσιμο ερώτημα δεν εξαντλείται στο ποιος θα εγκατασταθεί στο πρωθυπουργικό γραφείο του Ισραήλ. Είναι αν θα αλλάξουν οι αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή τους: ποιος θα ελέγχει τη Γάζα και αν θα τερματιστεί η γενοκτονία· αν στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη θα σταματήσουν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις που εκτοπίζουν ολόκληρες γειτονιές, όπως τώρα στη Χεβρώνα, οι κατεδαφίσεις, η βία των εποίκων και η επέκταση των παράνομων εποικισμών. Και, κυρίως, αν η παλαιστινιακή κρατική υπόσταση θα παραμείνει υπόθεση διεθνών διακηρύξεων χωρίς αντίκρισμα.













Σήμερα : 682
Αυτη την εβδομάδα : 1870
Αυτόν το μήνα : 38133
Συνολικά : 9984417