Τη μεγαλύτερη υποχώρηση του κόστους πιστωτικού κινδύνου μεταξύ των χωρών του ευρωπαϊκού δείγματος της Morningstar DBRS καταγράφουν οι ελληνικές τράπεζες, συνεχίζοντας τη βελτίωση των ισολογισμών τους. Η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ωστόσο, παραμένει, ενώ η νέα πίεση από τα επιτόκια και την ενέργεια θα δοκιμάσει την ανθεκτικότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων τους επόμενους 12–18 μήνες.
Στην έκθεση που δημοσιεύθηκε την Τρίτη, 20 Οκτωβρίου, ο οίκος εξετάζει 53 ευρωπαϊκές τράπεζες, περιλαμβάνοντας τις Eurobank, Εθνική, Πειραιώς και Alpha Bank. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να περιορίζουν την επιβάρυνση από τις προβλέψεις για πιστωτικές ζημιές, την ώρα που σε αρκετές άλλες ευρωπαϊκές αγορές η κατεύθυνση έχει αρχίσει να αντιστρέφεται.
Με βάση τα διαγράμματα της DBRS, το μέσο κόστος κινδύνου των τεσσάρων συστημικών τραπεζών διαμορφώθηκε περίπου στις 55 μονάδες βάσης στο πρώτο εξάμηνο του 2026, σε ετησιοποιημένη βάση. Συγκρίνεται με περίπου 74 μονάδες βάσης το 2025 και 90 μονάδες βάσης το 2024. Πρόκειται για υποχώρηση περίπου 19 και 35 μονάδων βάσης, αντίστοιχα, τη μεγαλύτερη μεταξύ των χωρών του δείγματος.
Τι δείχνουν τα στοιχεία ανά τράπεζα
Σύμφωνα με την κατά προσέγγιση αποτύπωση στο διάγραμμα της έκθεσης, το κόστος κινδύνου στο πρώτο εξάμηνο διαμορφώθηκε:
- Eurobank: περίπου στις 60 μονάδες βάσης, έναντι περίπου 78 το 2025.
- Εθνική Τράπεζα: περίπου στις 43 μονάδες βάσης, έναντι περίπου 25 το 2025.
- Τράπεζα Πειραιώς: περίπου στις 51 μονάδες βάσης, έναντι περίπου 79 το 2025.
- Alpha Bank: περίπου στις 63 μονάδες βάσης, έναντι περίπου 112 το 2025.
Η εικόνα επομένως διαφοροποιείται μεταξύ των τραπεζών. Η Εθνική εμφανίζει τον χαμηλότερο δείκτη μεταξύ των τεσσάρων, παρότι αυξημένο έναντι του 2025, ενώ οι υπόλοιπες καταγράφουν σημαντική αποκλιμάκωση. Τα μεγέθη ακολουθούν τον υπολογισμό της DBRS, με τις ετησιοποιημένες προβλέψεις για ζημιές δανείων να συγκρίνονται με τα καθαρά δάνεια.
Για την κερδοφορία, η σημασία είναι άμεση: χαμηλότερο κόστος κινδύνου σημαίνει μικρότερη επιβάρυνση των αποτελεσμάτων από προβλέψεις. Δεν ισοδυναμεί, πάντως, με αντίστοιχη ποσοστιαία μείωση των «κόκκινων» δανείων, καθώς πρόκειται για διαφορετικό δείκτη.
Η Ευρώπη κινείται με διαφορετικές ταχύτητες
Παρά την ελληνική βελτίωση, ο μέσος δείκτης παραμένει αισθητά υψηλότερος από τις 25 μονάδες βάσης του ευρωπαϊκού δείγματος. Η DBRS κατατάσσει τις ελληνικές και τις ισπανικές τράπεζες στα υψηλότερα επίπεδα κόστους κινδύνου, επισημαίνοντας για την Ισπανία την επίδραση των δραστηριοτήτων μεγάλων ομίλων σε αναδυόμενες αγορές.
Συνολικά, ο ευρωπαϊκός μέσος όρος υποχώρησε από τις 30 μονάδες βάσης το 2025 στις 25 στο πρώτο εξάμηνο του 2026. Ωστόσο, 29 από τις 53 τράπεζες εμφάνισαν αύξηση έναντι του 2025. Η βελτίωση του μέσου όρου, συνεπώς, συνυπάρχει με περισσότερες επιμέρους ενδείξεις πίεσης.
Η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία συνεχίζουν την αποκλιμάκωση, ενώ σε αγορές όπως η Βρετανία, η Γαλλία, η Ολλανδία και η Σουηδία ο δείκτης ακολουθεί ανοδική πορεία από το 2024.
Η δοκιμασία των επόμενων 18 μηνών
Η DBRS αποδίδει την ευρωπαϊκή ανθεκτικότητα στην πολυετή εξυγίανση των ισολογισμών, στα αυστηρότερα κριτήρια χορηγήσεων και στην αντοχή της απασχόλησης. Οι πιέσεις επικεντρώθηκαν κυρίως σε συγκεκριμένες κατηγορίες, όπως τα επαγγελματικά ακίνητα και επιχειρήσεις με υψηλή μόχλευση.
Ο οίκος αναμένει, ωστόσο, συγκρατημένη αύξηση του κόστους κινδύνου τους επόμενους 12–18 μήνες, καθώς η ΕΚΤ έχει επανέλθει στη νομισματική σύσφιξη. Για τις ελληνικές τράπεζες, το ζητούμενο είναι να διατηρήσουν τη βελτίωση σε δυσκολότερες συνθήκες για τους δανειολήπτες. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η DBRS θεωρεί ότι κεφάλαια, ρευστότητα και ισχυρή παραγωγή κερδών παρέχουν περιθώρια απορρόφησης μιας ενδεχόμενης αύξησης των προβλέψεων.













Σήμερα : 814
Αυτη την εβδομάδα : 5050
Αυτόν το μήνα : 32014
Συνολικά : 9978298