Ο Τραμπ ετοιμάζει το μεγάλο χτύπημα στο Ιράν: Οι 96 κρίσιμες ώρες, το σχέδιο Νετανιάχου και ο φόβος γενικευμένης ανάφλεξης στη Μ. Ανατολή
Σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή εισέρχεται η αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, καθώς σύμφωνα με ρεπορτάζ του αμερικανικού τηλεοπτικού δικτύου CNN, η Ουάσιγκτον φέρεται να έχει ολοκληρώσει τον σχεδιασμό μιας νέας, μεγάλης στρατιωτικής επιχείρησης, η οποία θα μπορούσε να ξεκινήσει μέσα σε μόλις 96 ώρες από τη στιγμή που ο Ντόναλντ Τραμπ θα δώσει τη σχετική εντολή.
Σύμφωνα με το σχετικό δημοσίευμα, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τη στρατιωτική ισχύ για να πλήξουν το Ιράν. Αυτό θεωρείται δεδομένο. Το πραγματικό δίλημμα για τον Αμερικανό πρόεδρο είναι εάν μια νέα επιχείρηση θα μπορέσει να εξαναγκάσει την Τεχεράνη σε ουσιαστικές παραχωρήσεις ή εάν θα εγκλωβίσει τις ΗΠΑ σε έναν πόλεμο χωρίς σαφές τέλος.
Το σχέδιο του Πενταγώνου και η ημερομηνία-ορόσημο
Σύμφωνα με το CNN, οι αμερικανικές δυνάμεις στη Μέση Ανατολή διαθέτουν ήδη επαρκή μέσα για μια εκτεταμένη επιχείρηση κατά ιρανικών στόχων. Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει στρατιωτικές εγκαταστάσεις, υποδομές ενέργειας και πυρηνικές εγκαταστάσεις, με στόχο πλήγματα μεγαλύτερης έντασης και διάρκειας από τις περιορισμένες επιχειρήσεις των προηγούμενων μηνών.
Ωστόσο, η επιχειρησιακή ετοιμότητα δεν συνεπάγεται ότι έχει ληφθεί πολιτική απόφαση. Ο Τραμπ εξακολουθεί να σταθμίζει τις επιλογές του, ενώ έχει δημόσια δεσμευθεί ότι δεν θα εξαπολύσει νέα επίθεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.
Η συγκεκριμένη ημερομηνία αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Ο πόλεμος, που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου με αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα, έχει ήδη επιβαρύνει την αμερικανική οικονομία μέσω της ανόδου των τιμών της ενέργειας. Μια νέα κλιμάκωση πριν από τις κάλπες θα μπορούσε να αυξήσει το πολιτικό κόστος για τους Ρεπουμπλικανούς.
Δεν είναι τυχαίο ότι στις 23 Οκτωβρίου ο Τραμπ άφησε εκ νέου ανοιχτό το ενδεχόμενο στρατιωτικής επιχείρησης, κάνοντας λόγο για μια ακόμη επιχείρηση «Epic Fury». Η διατύπωση αυτή επιβεβαιώνει ότι η στρατιωτική επιλογή παραμένει ενεργή, χωρίς όμως να αποσαφηνίζει τον τελικό αντικειμενικό σκοπό της Ουάσιγκτον.
Το στρατηγικό δίλημμα: Καταστροφή υποδομών ή αλλαγή καθεστώτος;
Η σημαντικότερη διάσταση του αμερικανικού σχεδιασμού αφορά τους επιδιωκόμενους στόχους. Μέχρι σήμερα, οι επιχειρήσεις έχουν επικεντρωθεί στην αποδυνάμωση των ιρανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων και στην προσπάθεια περιορισμού του πυρηνικού προγράμματος.
Πλέον, όμως, εξετάζονται πλήγματα που θα μπορούσαν να προκαλέσουν πολύ σοβαρότερες ζημιές στην οικονομική και ενεργειακή υποδομή του Ιράν.
Σε προηγούμενο ρεπορτάζ του CNN αποκαλύφθηκε ότι μεταξύ των στρατιωτικών επιλογών περιλαμβάνεται ακόμη και η χρήση της GBU-43/B, της μεγαλύτερης μη πυρηνικής βόμβας του αμερικανικού οπλοστασίου, γνωστής ως «Mother of All Bombs».
Στο στόχαστρο θα μπορούσε να βρεθεί και η οχυρωμένη πυρηνική εγκατάσταση Pickaxe Mountain, για την οποία ο Τραμπ έχει ήδη αφήσει να εννοηθεί ότι ενδέχεται να χρειαστεί στρατιωτική δράση.
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι ακόμη και μια εκτεταμένη καταστροφή υποδομών δεν εγγυάται την εξουδετέρωση του πυρηνικού προγράμματος ή την πολιτική υποχώρηση του ιρανικού καθεστώτος.
Η αβεβαιότητα επιτείνεται από τα προβλήματα διεθνούς επιθεώρησης. Σύμφωνα με την Arms Control Association, ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας έχει επισημάνει ότι δεν μπορεί να επαληθεύσει την κατάσταση συγκεκριμένων ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων και υλικών λόγω της έλλειψης πρόσβασης.
Επομένως, μια νέα επίθεση ενδέχεται να αποδυναμώσει περαιτέρω τις ιρανικές δυνατότητες, χωρίς να επιλύσει το κεντρικό πρόβλημα της πυρηνικής ασφάλειας.
Ο Νετανιάχου πιέζει για αποφασιστική επίθεση

Καθοριστικός παραμένει ο ρόλος του Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος, σύμφωνα με αμερικανικές και ισραηλινές πηγές που επικαλείται το CNN, επιδιώκει νέα κοινή επιχείρηση κατά της Τεχεράνης.
Το Ισραήλ φέρεται να είχε προετοιμαστεί για επιπλέον πλήγματα, αλλά η αμερικανική πλευρά ζήτησε καθυστέρηση, ώστε να υπάρχει καλύτερος συντονισμός και δυνατότητα συνδυασμένων επιχειρήσεων.
Η στάση αυτή αποκαλύπτει μια ουσιαστική διαφορά στρατηγικής. Για τον Νετανιάχου, η στρατιωτική αποδυνάμωση του Ιράν συνδέεται πλέον και με τον στόχο ανατροπής του καθεστώτος. Αντίθετα, η Ουάσιγκτον δεν έχει παρουσιάσει ένα εξίσου σαφές πολιτικό σχέδιο για την επόμενη ημέρα.
Παράλληλα, το Ισραήλ εξαρτάται από την αμερικανική υποστήριξη για την ενίσχυση της αντιπυραυλικής του άμυνας, καθώς οι διαδοχικές συγκρούσεις έχουν ασκήσει πίεση στα διαθέσιμα αποθέματα αναχαιτιστικών πυραύλων.
Αυτή η εξάρτηση προσφέρει στην Ουάσιγκτον σημαντικό περιθώριο να επηρεάσει τόσο τον χρόνο όσο και την έκταση των ισραηλινών επιχειρήσεων.
Η απάντηση της Τεχεράνης και ο κίνδυνος περιφερειακού πολέμου

Η ιρανική ηγεσία έχει προειδοποιήσει ότι μια νέα αμερικανική επίθεση δεν θα αντιμετωπιστεί με περιορισμένα αντίποινα.
Σύμφωνα με το Reuters, η Τεχεράνη επεξεργάζεται σενάρια διεύρυνσης των επιθέσεών της εναντίον αμερικανικών εγκαταστάσεων, χωρών που υποστηρίζουν τις αμερικανικές επιχειρήσεις και στόχων εκτός της Μέσης Ανατολής.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η δράση των Χούθι στην Υεμένη, οι οποίοι εντείνουν τις επιθέσεις κατά της Σαουδικής Αραβίας, δημιουργώντας ένα πρόσθετο μέτωπο πίεσης στην περιοχή.
Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών έχει ήδη διατάξει την αποχώρηση μη απαραίτητου προσωπικού και μελών οικογενειών Αμερικανών κυβερνητικών υπαλλήλων από τη Σαουδική Αραβία.
Ταυτόχρονα, Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν προειδοποιήσει ότι θα μπορούσαν να στοχοποιήσουν υποθαλάσσια τηλεπικοινωνιακά καλώδια στον Περσικό Κόλπο. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα δημιουργούσε σοβαρούς κινδύνους για τις περιφερειακές επικοινωνίες, τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές και τις ψηφιακές υποδομές, χωρίς απαραίτητα να προκαλέσει παγκόσμια διακοπή του διαδικτύου.
Πρόκειται για μια στρατηγική που επιδιώκει να μεταφέρει το κόστος της σύγκρουσης πέρα από το στρατιωτικό πεδίο, επηρεάζοντας τις οικονομίες των χωρών του Κόλπου και, εμμέσως, την Ουάσιγκτον.
Τα Στενά του Ορμούζ και ο ενεργειακός εφιάλτης

Στο επίκεντρο των εξελίξεων βρίσκονται τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται σημαντικό μέρος των διεθνών θαλάσσιων μεταφορών πετρελαίου.
Παρά την πρόοδο στην αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία παραμένει ισχυρή, ενώ συνεχίζεται ο ναυτικός αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών.
Η επίσκεψη του διοικητή της CENTCOM, ναυάρχου Μπραντ Κούπερ, στην περιοχή στις 25 Οκτωβρίου επιβεβαιώνει τη στρατηγική σημασία που αποδίδει η Ουάσιγκτον στη διατήρηση ανοιχτών θαλάσσιων διαδρόμων.
Ήδη οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου κινούνται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, με το Brent να παραμένει κοντά στα 115 δολάρια το βαρέλι στις 26 Οκτωβρίου.
Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, μια νέα κλιμάκωση θα μπορούσε να σημαίνει ακριβότερα καύσιμα, αύξηση του μεταφορικού κόστους και νέες πληθωριστικές πιέσεις. Ιδιαίτερα ευάλωτοι παραμένουν κλάδοι όπως η ναυτιλία, οι αερομεταφορές και η ενεργοβόρος βιομηχανία.
Επιπλέον, η πιθανότητα πληγμάτων σε ενεργειακές και πυρηνικές εγκαταστάσεις εγείρει σοβαρά ζητήματα διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού έχει προειδοποιήσει ότι τέτοιες υποδομές προστατεύονται όταν εξυπηρετούν τον άμαχο πληθυσμό και ότι οποιαδήποτε στρατιωτική επίθεση υπόκειται στους κανόνες διάκρισης, αναλογικότητας και προφύλαξης.
Η τελευταία διπλωματική ευκαιρία
Παρά την αυξανόμενη στρατιωτική κινητικότητα, η διπλωματία δεν έχει εγκαταλειφθεί. Στις 26 Οκτωβρίου, υψηλόβαθμες αντιπροσωπείες από τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και το Πακιστάν έφθασαν στην Τεχεράνη, επιχειρώντας να αποτρέψουν μια νέα γενικευμένη σύγκρουση.
Σύμφωνα με το Reuters και το Associated Press, οι συνομιλίες αποσκοπούν στη διαμόρφωση πλαισίου αποκλιμάκωσης, ενώ το Κατάρ συνεχίζει τις διαμεσολαβητικές προσπάθειες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Το βασικό εμπόδιο παραμένει το χάσμα μεταξύ των αμερικανικών απαιτήσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα και των ιρανικών όρων για την άρση του αποκλεισμού, των κυρώσεων και την αποκατάσταση της οικονομικής δραστηριότητας.
Η Τεχεράνη επιδιώκει εγγυήσεις ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα έχει ουσιαστικό αντίκρισμα. Η Ουάσιγκτον, από την πλευρά της, δεν επιθυμεί μια συμφωνία που θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως υποχώρηση ύστερα από μήνες στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Το μεγάλο ερώτημα για τον Τραμπ

Η επόμενη φάση της κρίσης θα καθοριστεί από την απάντηση σε ένα θεμελιώδες ερώτημα: μπορεί η στρατιωτική ισχύς να εξασφαλίσει ένα πολιτικό αποτέλεσμα που δεν έχει επιτευχθεί μέσα από οκτώ μήνες συγκρούσεων και διαπραγματεύσεων;
Ο Τραμπ διαθέτει τη δυνατότητα να εξαπολύσει μια νέα, ιδιαίτερα καταστροφική επίθεση. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι διαθέτει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο εξόδου από τη σύγκρουση, εφόσον η ιρανική ηγεσία επιλέξει παρατεταμένη αντίσταση και εκτεταμένα αντίποινα.
Τρία ενδεχόμενα παραμένουν ανοιχτά: μια συμφωνία περιορισμένης αποκλιμάκωσης, μια νέα επιχείρηση με συγκεκριμένους στόχους ή μια ευρύτερη στρατιωτική αναμέτρηση με συμμετοχή περισσότερων περιφερειακών δυνάμεων.
Το τρίτο σενάριο είναι και το πλέον επικίνδυνο, καθώς θα μπορούσε να συνδυάσει στρατιωτική κλιμάκωση, ενεργειακή αναταραχή και βαθύτερη αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής.
Το γεγονός ότι οι αμερικανικές δυνάμεις μπορούν να κινητοποιηθούν εντός 96 ωρών αποτελεί ένδειξη επιχειρησιακής ετοιμότητας. Δεν αποτελεί, όμως, εγγύηση στρατηγικής επιτυχίας.
Και αυτό ακριβώς είναι το δίλημμα του Λευκού Οίκου: να επιλέξει μια νέα επίδειξη στρατιωτικής ισχύος, με απρόβλεπτες συνέπειες, ή να αξιοποιήσει το τελευταίο διαθέσιμο παράθυρο διπλωματίας προτού η κρίση περάσει σε ακόμη πιο επικίνδυνη φάση.
Με πληροφορίες από CNN, AP, Reuters
Επιμέλεια: Χρήστος Θ. Παναγόπουλος













Σήμερα : 1069
Αυτη την εβδομάδα : 3669
Αυτόν το μήνα : 39932
Συνολικά : 9986216