Έως 7 δισ. ευρώ τα νέα χρηματοδοτικά «εφόδια» της ΔΕΘ για τις τράπεζες
Στα 7 δισ. ευρώ ορίζεται η χρηματοδοτική περιοχή την οποία μπορούν να εκμεταλλευθούν οι ελληνικές τράπεζες από τις εξαγγελίες που έκανε η κυβέρνηση στη ΔΕΘ και στο φόντο της εξειδίκευσης των μέτρων στην οποία προχώρησε τη Δευτέρα η ηγεσία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Σύμφωνα με τα όσα παρουσιάστηκαν από το ΥΠΕΘΟ, πρόκειται για δύο διαφορετικές χρηματοδοτικές δεξαμενές: τα νέα προγράμματα συνολικών δανείων 5 δισ. ευρώ προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις και το «Σπίτι μου III», συνολικού ύψους 2 δισ. ευρώ.
Τα ποσά αυτά δεν αποτελούν στο σύνολό τους νέα τραπεζικά κεφάλαια. Ωστόσο, η μόχλευση των πόρων της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και η απευθείας συμμετοχή των πιστωτικών ιδρυμάτων δημιουργούν σημαντικό χώρο για νέες χορηγήσεις από τις αρχές του 2027.
Στα παραπάνω προστίθεται μια τρίτη επιχειρηματική ευκαιρία για τον χρηματοπιστωτικό κλάδο: ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά», ο οποίος δεν θα είναι ένας απλός παιδικός καταθετικός λογαριασμός, αλλά ένα νέο μακροχρόνιο επενδυτικό προϊόν.
Η δεξαμενή των 5 δισ. ευρώ για τις ΜμΕ
Η μεγαλύτερη παρέμβαση αφορά τη δημιουργία δύο νέων προγραμμάτων της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, με στόχο τη χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων για επενδυτικά σχέδια και ανάγκες ρευστότητας.
Για τον σκοπό αυτό μεταφέρθηκαν στην Αναπτυξιακή 1,5 δισ. ευρώ από το δανειακό σκέλος του Ταμείου Ανάκαμψης. Με τη μόχλευση των κεφαλαίων και τη συμμετοχή των εμπορικών τραπεζών, τα συνολικά δάνεια αναμένεται να φτάσουν τα 5 δισ. ευρώ.
Ειδικότερα, προβλέπονται:
- Συγχρηματοδοτούμενα δάνεια έως 2,2 δισ. ευρώ, τα οποία θα παρέχουν στις επιχειρήσεις χρηματοδότηση με χαμηλότερο επιτοκιακό κόστος.
- Δάνεια εγγυοδοσίας έως 2,8 δισ. ευρώ, μέσω των οποίων θα καλύπτεται σημαντικό μέρος των απαιτούμενων εξασφαλίσεων και θα διευκολύνεται η πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό.
Το εγγυοδοτικό σκέλος έχει ιδιαίτερη σημασία για επιχειρήσεις που διαθέτουν βιώσιμο επιχειρηματικό σχέδιο, αλλά σήμερα δυσκολεύονται να καλύψουν τα πιστοδοτικά κριτήρια των τραπεζών λόγω ανεπαρκών εξασφαλίσεων.
Για τις τράπεζες, τα νέα εργαλεία δημιουργούν τη δυνατότητα διεύρυνσης της πελατειακής βάσης των χρηματοδοτήσεων προς τις ΜμΕ, με ταυτόχρονο περιορισμό του κινδύνου σε μέρος των νέων χορηγήσεων. Μπορούν, παράλληλα, να λειτουργήσουν ως γέφυρα για τη διατήρηση της πιστωτικής επέκτασης μετά την ολοκλήρωση του RRF.
Τα κεφάλαια, μετά τη μεταφορά τους στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, δεν θα υπόκεινται στους περιορισμούς του Ταμείου Ανάκαμψης ως προς τον χρόνο διάθεσής τους. Έτσι δημιουργείται ένας χρηματοδοτικός μηχανισμός που μπορεί να συνεχίσει να τροφοδοτεί νέες εκταμιεύσεις και μετά το τέλος της συμβατικής περιόδου του RRF.
Τα δύο προγράμματα σχεδιάζεται να ενεργοποιηθούν έως τις αρχές του 2027. Για τις τραπεζικές διοικήσεις, το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στους τελικούς όρους της μόχλευσης, στο ύψος της συμμετοχής τους, στο ποσοστό του δανείου που θα καλύπτει η εγγύηση και στον επιμερισμό του πιστωτικού κινδύνου.
Ένα δισ. ευρώ τραπεζικά κεφάλαια στο «Σπίτι μου III»
Πιο ξεκάθαρη είναι η χρηματοδοτική δομή του «Σπίτι μου III». Το πρόγραμμα θα διαθέτει συνολικά κεφάλαια 2 δισ. ευρώ, από τα οποία το 1 δισ. ευρώ θα προέλθει απευθείας από τα πιστωτικά ιδρύματα.
Τα υπόλοιπα κεφάλαια θα καλυφθούν κατά 500 εκατ. ευρώ από το δανειακό σκέλος του Ταμείου Ανάκαμψης και κατά 500 εκατ. ευρώ από τα ταμειακά διαθέσιμα της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.
Οι τράπεζες θα χρηματοδοτήσουν, επομένως, το 50% του προγράμματος. Το νέο εργαλείο μπορεί να προσθέσει έως 1 δισ. ευρώ στις τραπεζικές εκταμιεύσεις και να δώσει ώθηση στη στεγαστική πίστη, σε μια περίοδο κατά την οποία ο κλάδος επιδιώκει να αντιστρέψει την πολυετή υποχώρηση των σχετικών υπολοίπων.
Σε σύγκριση με το «Σπίτι μου II», το ηλικιακό όριο των δικαιούχων αυξάνεται από τα 50 στα 55 έτη, ενώ η μέγιστη εμπορική αξία του επιλέξιμου ακινήτου ανεβαίνει από τις 250.000 στις 300.000 ευρώ.
Το ανώτατο ποσό του δανείου αυξάνεται από τις 190.000 στις 230.000 ευρώ και θα μπορεί να καλύπτει έως το 90% της εμπορικής αξίας του ακινήτου. Παράλληλα, το βασικό ετήσιο εισοδηματικό όριο των 35.000 ευρώ για ένα ζευγάρι θα προσαυξάνεται κατά 7.000 ευρώ για κάθε παιδί, έναντι 5.000 ευρώ προηγουμένως.
Για τις πολύτεκνες οικογένειες διευρύνεται και το όριο επιφάνειας της κατοικίας, με την προσθήκη 10 τετραγωνικών μέτρων για κάθε παιδί πέραν του τέταρτου.
Η διεύρυνση των κριτηρίων αυξάνει τη δυνητική πελατειακή βάση των τραπεζών και το μέσο ύψος των νέων στεγαστικών δανείων. Η αποτελεσματικότητα του προγράμματος, ωστόσο, θα εξαρτηθεί και από την ύπαρξη επαρκούς αποθέματος επιλέξιμων κατοικιών, ώστε η πρόσθετη χρηματοδότηση να μη μεταφραστεί κυρίως σε περαιτέρω άνοδο των τιμών.
Στον περιορισμό αυτού του κινδύνου αποσκοπεί η αύξηση του φόρου μεταβίβασης από 3% σε 15% για την αγορά κατοικιών από πολίτες τρίτων χωρών. Η παρέμβαση επιχειρεί να περιορίσει μέρος της εξωτερικής ζήτησης και, κατ’ επέκταση, τις πιέσεις στην αγορά κατοικίας.
Η έναρξη του «Σπίτι μου III» τοποθετείται στις αρχές του 2027.
Ο «Κουμπαράς» και η νέα αγορά επενδυτικών προϊόντων
Διαφορετικού τύπου ευκαιρία δημιουργεί για τις τράπεζες ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά». Πρόκειται για ειδικό επενδυτικό λογαριασμό που θα μπορεί να ανοίγεται κατά τα δύο πρώτα χρόνια από τη γέννηση ενός παιδιού.
Το κράτος θα καταθέτει κάθε χρόνο ποσό ίσο με εκείνο που βάζει ο γονέας, έως 1.200 ευρώ. Το όριο θα αυξάνεται κατά 10% κάθε πενταετία και θα διαμορφώνεται σε 1.320 ευρώ από το 2032, σε 1.452 ευρώ από το 2037 και σε 1.597 ευρώ από το 2042.
Ο γονέας θα μπορεί να καταθέτει έως 10.000 ευρώ ετησίως, αλλά η κρατική συμμετοχή θα περιορίζεται στο εκάστοτε ανώτατο όριο. Δεν θα εφαρμόζονται εισοδηματικά ή περιουσιακά κριτήρια, ενώ κάθε παιδί θα μπορεί να διαθέτει μόνο έναν λογαριασμό.
Τα κεφάλαια θα επενδύονται υποχρεωτικά σε αμοιβαία κεφάλαια, εισηγμένες μετοχές, εταιρικά ομόλογα ή κρατικά ομόλογα στις οργανωμένες αγορές της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι αποδόσεις θα απαλλάσσονται από τον φόρο τόκων, υπεραξίας και μερισμάτων.
Το προϊόν θα μπορούν να προσφέρουν τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών. Οι τράπεζες, επομένως, δεν αποκτούν μια κλειστή αγορά παιδικών καταθέσεων, αλλά θα ανταγωνιστούν άλλους παρόχους για την προσέλκυση των νέων κεφαλαίων.
Για τη συμμετοχή στο πρόγραμμα θα απαιτείται ειδική έγκριση, με τη συνεργασία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και, όπου χρειάζεται, της Τράπεζας της Ελλάδος. Θα υπάρχει κοινό υπόδειγμα γνωστοποίησης, ενιαίος δείκτης συνολικού κόστους και δυνατότητα δωρεάν μεταφοράς του λογαριασμού μεταξύ εγκεκριμένων παρόχων.
Το τραπεζικό ενδιαφέρον βρίσκεται κυρίως στη δυνατότητα αύξησης των υπό διαχείριση κεφαλαίων, ενίσχυσης των εσόδων από επενδυτικά προϊόντα και προμήθειες και δημιουργίας μακροχρόνιας σχέσης με τις νέες οικογένειες.
Με πλήρη αξιοποίηση της κρατικής συμμετοχής, σε βάθος 18 ετών θα έχουν κατατεθεί συνολικά 49.304 ευρώ, εκ των οποίων 24.652 ευρώ από την οικογένεια και ισόποσα κεφάλαια από το κράτος. Σύμφωνα με τα παραδείγματα του υπουργείου, το τελικό ποσό μπορεί να φτάσει τα 64.109 ευρώ με μέση ετήσια απόδοση 3%, τα 77.062 ευρώ με απόδοση 5% και τα 93.173 ευρώ με απόδοση 7%.












Σήμερα : 2481
Αυτη την εβδομάδα : 7784
Αυτόν το μήνα : 18201
Συνολικά : 9918004